Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

 ΑΥΠΝΙΕΣ

Αναρτήθηκε 27.6.2022 στο Α πρόγραμμα του Χρήστου Μιχαηλίδη

Συνήθως ξεκινά από απλήρωτα γραμμάτια, από πράγματα που έπρεπε να γίνουν σωστότερα  και δεν γίνανε  και  καταλήγει  να γίνεται  αυτοσκοπός  με μόνο στόχο τον ύπνο. Κι όσοι  καταραμένοι  του  είδους  ξαπλώνουνε  με  την  ελπίδα  να  κοιμηθούνε, σίγουρα  έχουνε χάσει το παιχνίδι.  Κι αρχίζουνε να μετράνε  πρόβατα,  να σκέφτονται παραλίες και νησιά και το λαχείο στην κλήρωση της Δευτέρας, ως που ο λεπτοδείχτης στο ρολόι του τοίχου,  τους επαναφέρει στο νυχτερινό τους μαρτύριο.

Ύστερα τα βάζουνε με τους ήχους της πόλης. Διαολοστέλνουν τα μηχανάκια που μαρσάρουνε και το κουνούπι που βουίζει στο αφτί τους. Θυμώνουνε που μια ολόκληρη πόλη κοιμάται και σφίγγουν τα βλέφαρά τους τόσο που πονάνε επειδή κι αυτά τα όνειρα σπρώχνονται μεταξύ τους πιο θα πρωτοβγεί, αφού είχανε την ατυχία να πέσουνε σε άυπνους και καταλήγουν φιλοσοφώντας ότι η αϋπνία, αυτή η αρρώστια της πολυτέλειας και η συνομωσία της εξάντλησης, τελικά είναι η εκδίκηση του ένοχου μυαλού των αθώων ανθρώπων. Ενίοτε οι άνθρωποι αυτοί μπερδεύουν τον ύπνο με την αϋπνία τους,  αφού κατά κάποιο τρόπο μπορούνε να καθορίζουν την πορεία των ονείρων τους κατά το δοκούν, έτσι ώστε να μην ξέρουνε το πρωί αν ονειρευόντουσαν ή αν αναθυμότανε τα παρελθόντα ή επιθυμούσαν τα μελλούμενα, κάνοντας τον ύπνο τους μια διαφάνεια.

Υπάρχει έπειτα και η  αϋπνία της επόμενης μέρας. Αυτή που τρέφεται από τον τρόμο των πράξεων που θα ακολουθήσουν την επόμενη μέρα. Την έχουνε οι ευθυνόφοβοι, οι τελειομανείς και οι ριψοκίνδυνοι. Αυτοί που συνδέουνε την επόμενη μέρα τους με την μεταφορά ευθυνών σε τρίτους, την καταξίωση των πράξεών τους ή με το φόβο της αποτυχίας, ανάλογα.  Όμως υπάρχουν κι αυτοί που περιφέρουν την αϋπνία τους ως κόρη οφθαλμού θέλοντας να αποδείξουνε την ηρωική ιδιαιτερότητά τους.

Η αϋπνία είναι ακόμα και μια ανίατη ασθένεια της ψυχής. Αυτής της απροσδιόριστης έννοιας που αποθηκεύουμε  όλα όσα μας αφορούν. Τελευταίες αφήνω τις αϋπνίες των ποιητών.  Αυτών που την έχουνε   σαν θείο δώρο και περιμένουνε τη νύχτα για να γεννήσουνε αυτά που τους παιδεύουνε τη μέρα.  Αυτών που νοιώθουνε τη νύστα σαν προδοσία απέναντι στα γεννήματα της αϋπνίας τους. Αυτών που η αϋπνία είναι ένα ταξίδι στις ενοχές ή στις επιθυμίες τους. Η αϋπνία είναι τελικά η μήτρα της λογοτεχνίας που περιμένει τις σκληρές ώρες της νύχτας να πει τα δικά της,


 Ηχητικό για τα Γεράματα

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Διαβάστηκε στην εκπομπή ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Α προγράμματος της ΕΡΤ του Χρήστου Μιχαηλίδη στις   11.6.2021


ΤΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ

     Έρχονται στα χρόνια που απευχόμαστε την ύπαρξή τους. Στην αρχή αντιμετωπίζονται με χιούμορ, γιατί ακόμα νομίζουμε ότι έχουμε καιρό και για την ανυπαρξία τους μας βεβαιώνουν το περίγυρό μας και φίλοι. Όμως με τον τρόπο που το βεβαιώνουν ενυπάρχει η αλήθεια του ερχομού τους.

     Εμφανίζονται συνήθως με την επιθυμία της ανάγνωσης των κηδειόχαρτων σε στύλους της ΔΕΗ και σε φθαρμένους τοίχους. Μια επιθυμία που συνοδεύεται από ένα αίσθημα στιγμιαίου καθησυχασμού που δεν είμαστε εμείς στη θέση του αποβιώσαντος.

     Συνήθως σου χτυπάνε την πόρτα μετά τα εβδομήντα πέντε ή μετά από μια ασθένεια και το νιώθεις  όταν οι γιατροί σε κοιτάνε μ’εκείνο το ψεύτικο χαρούμενο ύφος και σε διαβεβαιώνουν ότι είσαι καλά.

     Αποφεύγουνε τις κηδείες λες κι ο θάνατος είναι κολλητικός αλλά κατά βάθος φοβούνται ‘ότι έτσι τον πλησιάζουν.

     Χαίρονται ιδιαίτερα τα μεσημεριανά τραπέζια με παιδιά και εγγόνια φιλοσοφώντας  ενίοτε για τη συνέχεια των γενεών, αποφεύγοντας να σκεφτούν σε τι κόσμο θα μεγαλώσουνε έτσι πως καταντήσανε σήμερα τα πράματα.  Και κάθε γουλιά κρασί που πίνουνε σ’συτά τα τραπέζια δεν έχει να κάνει με τη βιασύνη της νιότης τους αλλά με την πλήρη συναίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται και παραμένει όμορφη.

     Αν έχουν την τύχη να έχουν καλούς απογόνους τότε μπορούν να ελπίζουν σε μια θέση στο μεσημεριανό τους τραπέζι. Αν όχι, τους περιμένουνε οι οίκοι ευγηρίας όπου η συχνότητα επισκέψεων των δικών τους είναι ευθέως ανάλογη με την αγάπη που νιώθουν γι΄αυτούς

     Και ξαφνικά τους πιάνει μια διάθεση να δούνε παλιές φωτογραφίες της νιότης τους. Ο παλιός και ως εκ τούτου αδυσώπητος χρόνος θα αρχίσει τότε δια των συνειρμών να τους βάζει πια σ’έναν άλλο κόσμο. Έναν κόσμο σαν γλυκό και δροσερό μαξιλάρι ευχάριστου ύπνου. Θα ξαναγυρνάνε στη στιγμή της φωτογράφησης, με πλήρη συνείδηση ότι εκείνη τη στιγμή παγιδεύεται το σώμα τους στην Ιστορία κι εξορκίζεται ο Θάνατος. Ακούνε μουσικές που τους συνόδευαν στα νιάτα τους και διαβάζουν παλιά γράμματα φίλων ή βλέπουν υλικό ιστορικών γεγονότων που μάζευαν στα αρχεία τους.

     Όλοι νιώσαμε κάποτε την απατηλή αντίληψη του χρόνου. Μιλάω για τους γεννημένους το 40  με 45, όπου στα δεκαπέντε περίπου χρόνιας μας αναρωτιόμασταν αν θα ζούσαμε ως το μυθικό τότε έτος 2000. Μας φαινότανε μια χρονολογία βουνό. Σήμερα χαμογελάμε με πονηριά όταν ξαναφέρνουμε στο νου μας εκείνες τις παλιές σκέψεις και χρόνο με το χρόνο τον καλοπιάνουμε μπας και μας ξεχάσει όσο περισσότερο γίνεται.

     Παλιά με έπιανε σχεδόν  μια αγανάκτηση για το ότι εγώ θα λείπω όταν όλοι οι άλλοι θα απολαμβάνανε τα μικροπράγματα της ζωής και την ευτυχία του να υπάρχουνε, όταν ξαφνικά έκανα μια μέρα την απλή, απλούστατη σκέψη  ότι μα και πριν γεννηθώ η ζωή υπήρχε κι όλοι την χαιρόντουσαν και κυλούσε γι’αυτούς παρόλο που εγώ ήμουν ανύπαρκτος. Ήτανε μια στιγμή λύτρωσης για μένα  Έκτοτε απολαμβάνω μια ζεστή σούπα, μια ηλιόλουστη μέρα του καλοκαιριού, τον καυγά των εγγονών μου και το στραβομουτσούνιασμα της γυναίκας μου που δεν έπλυνα καλά τα πιάτα, να φοράς γυαλιά μου λέει συνέχεια

     Τελικό συμπέρασμα, μην τα φοβάστε τα γηρατειά. Κι αυτά θα περάσουν όπως όλες οι παιδικές ασθένειες.  Άλλωστε το είπε κι Βάρναλης. Ένα πουφ ειν’η ζω

Διαβάστηκε στην εκπομπή ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Α προγράμματος της ΕΡΤ του Χρήστου Μιχαηλίδη στις   9.8.2022

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

          Συνήθως τριγυρνάνε σε μνημόσυνα και κηδείες λες κι έχουν μια σχέση υπερκόσμια μ’αυτού του είδους τις τελετές Δεν ζητιανεύουν ποτέ, δείγμα κι αυτό μιας περηφάνιας που την έχουνε χωρίς ούτε καν να την ξέρουνε.

          Πάντα κάτι σιγομουρμουρίζουν περπατώντας. Εκείνη την ώρα κανείς δεν υπάρχει γι’αυτούς, παρά μόνο η απόλυτη μοναξιά ενός ταραγμένου μυαλού που ταξιδεύει μόνο του σε τόπους ασχημάτιστους όπου η ηρεμία και η απόλυτη σιγή βασιλεύουν.

          Κάθε χωριό έχει τον τρελό του. Και αν δεν έχει βρίσκουνε τον πιο αλαφροΐσκιωτο και τον χρίζουνε τρελό για να έχουνε οι ελληναράδες των καφενείων κάπου να ξεσπάνε την απάνθρωπη διασκέδασή τους θέλοντας ντε και καλά να επιβεβαιώσουν ην νοητική τους υπεροχή, κοροϊδεύοντάς τον, χωρίς να ξέρουν ότι αυτοί οι ίδιοι είναι καταγέλαστοι που δυο γαϊδουριών άχερα δεν μπορούν να μοιράσουν οι ανόητοι. Ενίοτε αντί να τον δουλεύουνε, τους δουλεύει.

          Συνήθως υπάρχει και μια μάνα που διακριτικά στέκεται δίπλα του να τον περιμαζέψει όταν αγριεύουν τα πράματα με τους σκληροτράχηλους αυτούς λεβέντες. Κι όταν σπάνια θυμώνει βγάζει άναρθρες κραυγές με σπαραγμό λες κι απευθύνεται σε έναν δικό του και μόνο Θεό.

Μόνο αργά τη νύχτα κάθονται κάπου απόμερα κι ανατρέχουνε με το νου τους πράγματα που κανενός γνωστικού το μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει. Είναι η ώρα που πρέπει να τους σεβόμαστε. Είναι η ώρα που θα θέλαμε κι εμείς για τον εαυτό μας, 

          Ο τρελός του χωριού δεν έχει καμία σχέση με τον τρελό της πόλης. Ο πρώτος καθορίζεται και επαυξάνεται από την παίγμωνα διάθεση των συγχωριανών του κι ο δεύτερος από τη συχνότητα των επικύψεών του στον ψυχίατρο. Άλλωστε ο τρελός του χωριού δεν έχει την πολυτέλεια της ιατρικής παρακολούθησης. Από τα πρώτα ακόμα δείγματα της τρέλας, οι γονείς του αφήνονται στη μοίρα τους βλέποντάς τον να μεγαλώνει μακριά από παρέες και ομαδικά παιχνίδια και σίγουρα αυτός είναι ο λόγος που τον αγαπούνε περισσότερο σεβόμενοι τον ιδιόμορφο ψυχισμό του.

 

Τέλος ο τρελός του χωριού αποτελεί για μας την πυξίδα της ηθικής μας και ως εκ τούτου τον οφειλόμενο σεβασμό μας προς αυτόν.

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

Από την εκπομπή του Χρήστου Μιχαηλίδη ΚΑΘΡΕΥΤΗΣ  στο Α' πρόγραμμα της ΕΡΤ στις  16.3.2021

(Κείμενο Λευτέρη Μαραγκάκη)

Κινούνται διακριτικά σε σχέση ανάλογη με την ατολμία τους απέναντι στη μικρή τους κοινωνία. Συχνάζουνε σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με μια διακριτικότητα που λίγο απέχει από την ενοχή. Παρατηρούνε με το αχόρταγο μάτι μικρών παιδιών, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να γίνουνε θαύματα που μόνο αυτοί τα βλέπουνε. Υποφέρουν από λέξεις που δεν μπορούν να μπούνε σε μια σειρά, γιατί από ανέκαθεν φοβότανε μη και τυχόν αυτές πάρουνε άλλο δρόμο και βγούνε στραβές κι έτοιμες να τα βάλουνε με τον σφιχτό κοινωνικό τους περίγυρο, όπου η μοίρα τους έριξε να μιλάνε για πράματα που οι άλλοι γύρω τους τα παίρνουνε ανάποδα και τους κατατάσσανε μόνιμα στους αλαφρούς της πόλης τους.

Κυρίες και κύριοι, μιλάμε για τους λογοτέχνες της επαρχίας. Αυτούς που η φήμη και η αναγνώριση δεν θα τους χτυπήσουνε ποτέ την πόρτα και που από μια παράξενη μοίρα, βρέθηκαν να υπερασπίζονται αξίες και να χαράσσουνε το δρόμο τους σε έναν ασφυκτικό κλοιό, όπου από τα πράγματα, όλα είναι καθορισμένα και υπακούνε στους σκληρούς κανόνες που κυβερνούνε την επαρχία τους.

Ξεκινάνε το μακρύ ταξίδι τους έξω από συμβατούς κανόνες, με μόνο εφόδιο τα λίγα βιβλία του πατρικού τους σπιτιού, ξανοίγονται με φόβο και ταραχή στη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης τους και κρυφά τα βράδια γράφουνε σε χαρακωμένα παλιά τετράδια, αυτά που τους παιδεύανε ως αποτέλεσμα της βιβλιοφαγίας τους. Κι όταν με το καλό ξεπεραστούνε οικονομικές και εκ συστολής δυσκολίες, κρυφοκαμαρώνουνε το πόνημά τους στα βιβλιοπωλεία της πόλης.

Τον πρώτο καιρό έχουνε την εντύπωση ότι οι τέχνες και τα γράμματα θα ασχοληθούνε μαζί τους, κι ότι θα πάρουνε κι αυτοί μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας. Λίγο αργότερα κι όταν θα βλέπουν τα πράγματα από ψηλά και ως εκ τούτου πιο ξεκάθαρα, θα τους πιάσει θλίψη για τους μηχανισμούς που έχουνε αναπτύξει τριτοκοκλασσάτοι λογοτέχνες, οι οποίοι μέσω επαρχιακών εντύπων και περιοδικών λιβανίζανε ο ένας τον άλλο.

Κι όταν τολμήσουν να στείλουνε τα βιβλία τους σε κριτικούς της Αθήνας, λίγες μέρες αργότερα, αν πηγαίνανε μια βόλτα από το Μοναστηράκι, θα τα βλέπανε καταχωνιασμένα στα ράφια των παλαιοπωλείων με κομμένη τη σελίδα της αφιέρωσης.

Όμως παντού υπάρχουνε και οι εξαιρέσεις. Τα καλά κείμενα, ή και τα μέτρια (αρκεί να υπάρχουν οι κατάλληλες γνωριμίες), ίσως να έχουνε την τύχη να διαβαστούν και να κριθούνε από αυθεντίες της πρωτεύουσας κι έτσι να έρθει η πολυπόθητη αναγνώριση. Οι περιπτώσεις όμως αυτές είναι ελάχιστες, γιατί, κακά τα ψέματα, αν δεν είσαι στην Αθήνα να προβάλεις το έργο σου από πόρτα σε πόρτα δημοσιογράφων και κριτικών, να λιβανίζεις και να αυτολιβανίζεσαι, δεν πρόκειται ποτέ να γίνουνε κάτι περισσότερο από τα στενά όρια της επαρχίας τους.

 Ίσως το σημείωμά μου αυτό να έχει πολύ πίκρα μέσα του, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων βεβαίως), συνεχώς επαληθεύεται κι έτσι οι λογοτέχνες της επαρχίας καταλαβαίνουνε αργά και σταθερά ότι αποτελούν μια δικιά τους συνομοταξία, όπου η αναγνώριση σταματά στα στενά σύνορα της πόλης τους. Όμως μη σας πιάνει θλίψη. Στο κάτω κάτω από το εύφορο χώμα των γραφτών τους μπορούνε και ξεπηδάνε μερικές φορές οι λίγοι που τυχαίνουνε μια θέση στην καταξίωση.

 

 


Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΠΑΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ


Η θειά του η Αντιγόνη έφυγε από το Αδραμμύτι μαζί με τους γονείς του. Έφυγε κουβαλώντας θανάτους, πολλούς θανάτους μέσα της, από τα όσα έζησε εκείνες τις μέρες. Δεν ήτανε της ώρας να μπλέξει και τη θειά του στα όσα έγιναν την προηγούμενη μέρα στο χωριό. Άλλωστε όποια τυχόν επικοινωνία τους με τον πατέρα του, θα γινότανε όταν αυτός θα ήτανε στον Πειραιά από μέρες. Έτσι νόμιζε. Αλλά ούτε και η θειά του θα τον ρωτήσει τίποτα, ίσως γιατί δεν ήθελε να πάρει μέρος σε μια αόριστη ενοχή, που ψυλλιαζότανε από την ώρα ακόμα που είδε στην πόρτα της τον ανιψιό. Κι έτσι αρκεστήκανε και οι δυο τους στη γνωριμία του με τη θάλασσα, μια και οι δουλειές στο χωριό ήτανε πολύ μικρότερες από το μπόι που έδινε ο ανιψιός της στις επιθυμίες του. Καθίσανε να φάνε στην αυλή έχοντας απέναντι το Αδραμμύτι, την πατρίδα της. Χώρο που από την πρώτη μέρα επέλεξε, φτάνοντας εδώ κυνηγημένη, πριν προλάβει να κλάψει τον άντρα της μέσα στην εκκλησιά μαζί με άλλους ογδόντα νοματαίους. Φαρμακώθηκε να την ακούει  να μιλάει ώρες για τα πάθη της κοιτώντας απέναντι τα μέρη που μεγάλωσε.

«Τρεις μέρες πριν μπούνε στο Αδραμύττι εγώ είχα τα χρέη μου. Πήγα στο νεκροταφείο και ζήτησα από τους νεκροθάφτες να σκάψουνε στο μνήμα των γονιών μας. Ένα μετζίτι μου πήρανε. Όλοι τότε ζητούσανε παράδες. Τους πήρα μέσα σε ένα τσουβάλι, στο σπίτι τους έπλυνα με νερό και ξύδι και τους έφερα εδώ μαζί μου. Δεν ήθελα να τους αφήσω πίσω μου. Κι έπειτα, Παρασκευή ήτανε θυμάμαι, μπήκε ο στρατός τους. Ζητούσανε ρούχα, ζητούσανε μπακίρια, ζητούσανε τρόφιμα. Κι αγριεύανε με τα όχι μας κι απειλούσανε να μας σφάξουν. Αλλά η τράπουλα ήτανε σημαδεμένη ανιψιέ. Σίγουρα την άλλη μέρα το πρωί μας περίμενε μαχαίρι. Όμως η ελπίδα, τι μεγάλη, τι θεόρατη λέξη είναι πανάθεμά τη. Κι ελπίζοντάς, τα μοιράζαμε κι εμείς από τα παράθυρα στους λίγους στρατιώτες που φτάσανε στη γειτονιά μας. Οι Μπασιμπουζουχτσήδες, αυτοί ήτανε πιο άγριοι από τους Τσέτες, ήρθανε αργότερα. Πότε λίρες, πότε ρούχα, πότε σοδιές. Ελπίζαμε. Τι λέω ελπίζαμε. Σχεδόν ήμασταν σίγουροι ότι την άλλη μέρα το πρωί οι συναλλαγές θα φέρνανε τη σωτήρια μας. Γι’αυτό σου λέω, μεγάλο πράμα η ελπίδα. Κι όταν την επομένη από τα χαράματα, με ξυλιές και καμτσικιές μας βγάλανε στην αυλή να μας μετρήσουν, λες και ξέρανε να μετράνε οι αχόρταγοι, μας βρίσκανε πότε λειψούς και πότε περίσσιους και να οι βουρδουλιές στις πλάτες μας και να οι χαλασμένες συμφωνίες, φτιαγμένες από την απόγνωση της προηγούμενης νύχτας. Για τον άντρα μου δεν θα σου πω τίποτα. Δεν αντέχω να ξαναζήσω εκείνη την ώρα. Όλα γραφτήκανε από καλαμαράδες λίγες μέρες αργότερα. Και ύστερα σχεδόν γυμνοί με ένα νερό που το βαφτίζανε σούπα, ξεκινούσαμε με την πλάτη στη θάλασσα, να βαδίζουμε ώρες κάτω από τον ήλιο και να μας απογυμνώνουνε με την πρώτη ευκαιρία από το λιγοστό βιός που κουβαλούσαμε, με υποσχέσεις για λίγο νερό ή ένα γράμμα σε συγγενείς και φίλους. Σου τα λέω γιατί με πνίγει το δίκιο. Τους νοιαζόμασταν και τους είχαμε σαν αδέρφια μας και ξαφνικά γυρίσανε και μας σφάζανε σαν τραγιά. Γιατί έτσι τους αφιόνισε ο Κεμάλ, που κακόχρονο νάχει. Το τρίτο βράδυ μας μάντρωσαν έξω από το Δημαρχείο σε ένα χωριό που ούτε το θυμάμαι.  Ο πατέρας σου τα ζύγιασε μέσα του σωστά. Τι μαχαίρι, τι σφαίρα. Δεν ξέρω πώς, μέσα στη νύχτα κατάφερε κι απομακρυνθήκαμε από το σωρό, αυτός η μάνα σου εσύ και η Μαρίκα και πήραμε πάλι το δρόμο για τη θάλασσα στα κρυφά και μέσα στα μαύρα σκοτάδια. Τη Μαρίκα θειά τη φωνάζαμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι συγγένεια μας έδενε». Πήρε να σκουπίζει με τη μαντίλα της κάτι ψίχουλα στο τραπέζι. «Τα νέα τρέχουνε πιο γρήγορα από τα καράβια» του είπε μετά από μια μεγάλη παύση, μήπως και φύγουνε από την αυλή τα όσα τη στοίχειωναν. «Παλιότερα με ειδοποίησε με συγχωριανό του ο πατέρας σου ότι ήθελες να φεύγεις για την Αμερική. Δεν θα κρίνω εγώ αν είναι σωστό ή όχι. Και μη στεναχωριέσαι. Αλλά πόσοι θα μείνουμε για να πάμε απέναντι όταν θα το ορίσει ο Θεός. Και ξέρεις τι λέμε στον Θεό; Την φωτεινή πατρίδα παράσχουμι. Οι παπάδες μπορεί να το λένε για τον παράδεισο, αλλά εγώ τόχω για το Αδραμύττι. Εκεί είναι ο παράδεισος για μένα». Μπήκε στο σπίτι και ξαναγύρισε έχοντας στη μασχάλη της μια πάνινη σακούλα.

«Με τον πατέρα σου δεν λέγαμε και πολλά πολλά μεταξύ μας. Εσύ μας έφερες κοντά όταν ρωτούσε και ήθελε τη γνώμη μου για την επιθυμία σου να φύγεις από το χωριό. Τέτοιες ώρες τέτοια λόγια. Να φύγεις. Μια και το θέλεις, εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Κι ούτε σε κουβαλάμε και στην πλάτη μας. Καθένας το ριζικό του το γράφει μόνος του. Λίγα πράματα ορίζει ο Θεός». Κάθισε έχοντας τη σακουλα στην αγκαλιά της. Κι αλλάζοντας θέμα ξαναγύρισε στο Αδραμύττι. «Δεν ξέρω τι σου είπε ο πατέρας σου, αλλά άκουσέ με κι εμένα. Φτάνοντας στο ΑκΤσάι, η παραλία ήταν σαν ένα καζάνι που έβραζε. Κόσμος να τρέχει από δω κι από κει. Μυρμήγκια, να γυρεύουνε βάρκες γυροφέρνοντας στα ντόκια με στριγκλίσματα και φωνές κι από δίπλα ψαθάκια, μπαστούνια με ασημένιες λαβές και κολλαριστά πουκάμισα. Ένας αχταρμάς. Ξέχασα να σου πω το χειρότερο». Σηκώθηκε παίρνοντας την κανάτα να τη γεμίσει νερό, μα περισσότερο για να σιάξει μέσα της λόγια που την καρφώνανε στο σταυρό του δικού της μαρτυρίου. «Όταν καταφέραμε και φύγαμε κρυφά από το χωριό που μας μάντρωσαν, έξω από το Μπαλίκεσιρ βρήκαμε και πληρώσαμε για ένα κάρο πέντε μεζίτια. Όλοι γδέρναν όλους τότε. Κι όταν του ζήτησα να ανεβάσουμε και τη θειά μας την Μαρίκα, κουτσή κι ανήμπορη τότε από τα σακάτικα της γέννας της, μου μίλησε σκληρός σαν πέτρα. Αντιγόνη μου είπε, εγώ έχω να σώσω τη φαμίλια μου. Τη Μαρίκα έπρεπε να την φροντίσουνε τα αδέρφια της. Για μένα θα είναι βάρος. Οι Τσέτες έχουν άλογα κι εμείς κάρο. Αν έχω και τη θειά μας βαρίδιο θα μας σφάξουν όλους».

      Κοίταζε μακριά με δάκρια στα μάτια. «Και ξέρεις ποιο είναι αυτό που με καίει περισσότερο από όλα τα άλλα; Η Μαρίκα έτσι πως άκουγε να μαλώνουμε γι’αυτήν, δεν είπε τίποτα. Μόνο το βράδυ όταν γείραμε για λίγο ύπνο, έφυγε μόνη της κουτσαίνοντας κι ανέβηκε τα βουνά του Μπαλίκεσιρ με μιαν ελπίδα να γλυτώσει χωρίς να κινδυνεύσουμε εμείς. Δεν την ξανάδα. Αλλά μέσα μου κουβαλάω τα χειρότερα που θα μπορούσανε να της κάνανε. Τη Μαρίκα την αγαπούσα περισσότερο από όλους. Αυτή με μεγάλωσε και με πήγαινε να παίζουμε στην αυλή του Παπάζογλου. Έτσι πως ήτανε με ένα πόδι στραβό ποιος να την πλησιάσει. Κι έταξε η έρμη τη ζωή της σε ανίψια κι αδερφούς. Θα την πάρω στην πλάτη μου, του είπα, Όπου χρειάζεται εγώ θα την κουβαλώ. Αυτός τίποτα. Ούτε που με άκουγε όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε το πρωί. Από τη γειτονιά μας στο χωριό μόνο οι δυο κόρες του Αβτζιλαριώτη γλυτώσανε. Αυτό έγινε παλιότερα. Ακούστηκε ότι είχανε την τύχη να τις σώσει ένας Ταμετσής. Ξέρεις, εκείνοι που κάνουν όλες τις δουλειές, μάστορας. Αυτός όμως είχε και μπακάλικο και ήτανε φίλος καρδιακός με τον Αβτζιλαριώτη. Τις έκρυψε στο υπόγειο και γλυτώσανε τα κορίτσια. Υπήρχαν και καλοί Τούρκοι γύρω μας. Τέλος πάντων. Άλλα σου έλεγα. Όταν φτάσαμε στη Μυτιλήνη έτρεξα που λες από δω κι από κει. Τι αιτήσεις, τι παρακάλια στα προξενεία, ως που έλαβα ένα γράμμα από τον πρόξενο μας. Όπου μου έλεγε ότι αυτοί που προσπαθούσανε να βρούνε καταφύγιο στα βουνά του Μπαλίκεσιρ, σφαχτήκανε όλοι τους από τους Τσέτες. Μαρίκα Μπέγιογλου, έγραφε. Μέσα στους νεκρούς. Η αγαπημένη μου θεία. Και μη νομίζεις ότι δεν την έχω συνέχεια στο νου μου. Στο νεκροταφείο της Συκαμνιάς έχω αγκαζέψει έναν τάφο, Μαρία Δημητρακούδη έγραφε ο ξύλινος σταυρός κι ούτε θα μου ζητήσει λογαριασμό που της φόρτωσα και τη θειά μας. Μια χούφτα κόλυβα έγινε και η Μαρίκα. Κάθε χρόνο πηγαίνω στον τάφο και την ταϊζω μ’αυτά. Πέτρο, δεν γίνεται να μην έχει τάφο ο άνθρωπος. Γυρνάει παντού βρικόλακας και σκορπά κατάρες. Κι έτσι την έχω μαζί μου. Να μου θυμίζει τη σκληράδα του πατέρα σου».

Στύλωσε το βλέμμα της στη θάλασσα. «Τι κάνουν άραγε οι νεκροί τις νύχτες. Ποιούς επιθυμούν. Ποιούς αποφεύγουν. Με ποιούς θυμώνουν και για ποιούς λόγους. Αν και σίγουρα δεν υπάρχουν λόγοι για να θυμώνει κανείς μετά τον θάνατό του. Κι αν θυμώνουνε, σίγουρα πρώτος θα ήτανε ο πατέρας σου, έτσι όπως φέρθηκε στη Μαρίκα». Έκανε μια μεγάλη παύση χαϊδεύοντας την πάνινη σακούλα και συνέχισε θυμωμένη πια για τα όσα την βασανίζανε. «Κι έπειτα έρχονται νόμοι και διατάγματα να σβήσουνε θανάτους και πνιγμούς, με εκείνα τα σβηστήρια που κουβαλούσανε οι διπλωμάτες στις βαλίτσες τους και  να χαράζουνε σύνορα όπως τα θέλουνε, κι ούτε να νοιάζονται για περιουσίες και για χωράφια που συγγένευαν τους Τούρκους με τους Έλληνες. Το Αδραμύττι μας γέννησε, το Αδραμύττι θα μας θάψει. Και δος του να φτερουγίζουν δίπλα μου οι ψυχές και να μου λένε, εσύ τρελή γεννήθηκες, τρελή θε να αποθάνεις, Κι αν θες να σκύψεις πιο βαθιά από αυτά που σου λέω, να ξέρεις πως η τρέλα είναι το μόνο φάρμακο γι’αυτά που ζήσαμε εκείνα τα χρόνια Γιατί εγώ δεν τόχω μέσα μου να με συμμαζεύουν. Γεννήθηκα τρελή και τα γεγονότα του Αδραμυττιού όχι καρφώσανε, αλλά ξεκαρφώσανε τα κιβούρια αυτών που φύγανε γεμάτοι παράπονο, ενώ άλλα περιμένανε από τον Θεό. Έναν Θεό άδικο, που άλλα υπόσχεται σε εκκλησιές κι άλλα αποφασίζει στα καθημερινά μας». Κι έπειτα, σα να συνήλθε κάπως «Γι’αυτό κι εγώ κράτησα τέτοια μαυρίλα μέσα μου για τον πατέρα σου. Αλλά ο χρόνος όλα τα γιατρεύει ανιψιέ. Ο πατέρας σου λίγο αργότερα μάζεψε τα όσα κατάφερε να σώσει και έφυγε για την Ικαρία. Εκεί λέει τα πράματα ήτανε ήρεμα».

Πριν την αποχαιρετήσει του έδωσε την πάνινη σακούλα. «Είναι γράμματα που δεν φτάσανε ποτέ στον προορισμό τους. Οι Νεότουρκοι ξέρανε καλά να φυλάνε τα μυστικά τους. Κάνανε λογοκρισία ακόμα και στην ανάσα μας. Ένας Θεός ξέρει πώς βρεθήκανε όλα αυτά στα χέρια του πατέρα μιας φίλης μου, που πριν να τον αρπάξουνε από το κρεβάτι του οι Τσέτες, τα άφησε στη θυγατέρα του κι αυτή στον ξάδερφό του τον Σαράντη που μου τα έδωσε όταν φτάσαμε εδώ στο νησί. Χάρι με χέρι. Μακριά από τα ταχυδρομεία του Κεμάλ. Μιλάνε και για γεγονότα που ξεκινήσανε πολύ πριν το είκοσι δυο. Κι ούτε που τα διάβασα. Τι να μου πούνε. Όσα ζήσαμε τα μαρτυράνε καλύτερα. Θέλω να μου ορκιστείς ότι θα τα πάρεις μαζί σου στην Αμερική κι από κει, όπου μπορείς καλύτερα. Προξενεία θάναι, εφημερίδες θάναι, εσύ θα το κρίνεις. Κάπου πρέπει να μιλήσουν όλοι αυτοί οι νεκροί. Κι εδώ σου έχω μια διεύθυνση ενός συντοπίτη μου από το Ζεϊτινλί. Ονόματι Βαγιάκης Μανώλης. Δουλεύει σε μια ελληνική εφημερίδα. Κήρυκα νομίζω την λένε. Είμαι σίγουρη πως θα σε βοηθήσει».

Αποχαιρετώντας τον, του έδωσε κι αυτή κάτι λίγα χρήματα που είχε. Τον φίλησε σταυρωτά. «Στο καλό» του είπε «Όπου κι αν πας να είσαι καλά». Κατέβηκε στο λιμάνι πολύ πριν ο ήλιος δύσει. Ο καπετάνιος τον περίμενε. «Έλα» του είπε «Φεύγουμε. Τελειώσαμε πιο νωρίς από ότι περίμενα».

 

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Αποσπασμα από το βιβλίο



 Η μπάντα που είχε έρθει από την Κέρκυρα έπαιζε έναν σκοπό που μόνο σκοπός δεν ήτανε. Φύρδην μίγδην οι νότες και τα όργανα κι ο αρχιμουσικός το χαβά του χωρίς να νοιάζεται για την ορχήστρα. Έπειτα πέρασε από μπροστά μου ένα κοπάδι πρόβατα σφαγμένα και φοβήθηκα. Και άρχισα πάλι να πετάω, όλο πετάω γιατρέ, από την άκρη της Κασσάνδρου προς το νεκροταφείο της αγίας Ευαγγελίστριας. Κι εκεί ήταν που ξύπνησα αλλά και που δεν ξύπνησα, δεν ξέρω πια, αυτά τα δυο πράματα μπερδεύονται μέσα μου όλο και πιο συχνά. Αφού έλεγα άνοιξε τα μάτια σου Μιχάλη και τα άνοιγα. Κοίταξε τι ώρα είναι Μιχάλη και κοιτούσα. Κι έλεγε το ρολόι τέσσερις παρά είκοσι και έδινα εντολή στο χέρι μου να πατήσει το φωτάκι της νύχτας κι εκείνο δεν άναβε. Μέχρι που ήρθε ο Κερκυραίος μουσικός και μόνο που το κοίταξε εκείνο ξαφνικά έριξε ένα άπλετο φως μέσα στο δωμάτιο, ενώ με το άλλο χέρι του συνέχιζε να διευθύνει τη μπάντα. Και τα πρόβατα να πλημμυρίζουν τώρα το δωμάτιο, ντυμένα όμως με την προβιά τους και να βελάζουνε ανήσυχα με το τόσο φως που τα έλουζε. Έπειτα να πετώ πάλι πάνω από την Κασσάνδρου κι από την άκρη της Αγίου Δημητρίου κι όσο πιο βαθιά έπιανε το μάτι μου, έβλεπα να έρχεται ένα ετερόκλιτο πλήθος κρατώντας πλακάτ και πυρσούς αναμμένους και να πηγαίνει στο τουρκικό προξενείο, που είχανε τριπλασιάσει τις βάρδιες του γιατί περιμένανε επεισόδια. Το πλήθος θα αρχίσει να πλησιάζει απειλητικά ουρλιάζοντας συνθήματα και ρίχνοντας πέτρες στους παραταγμένους χωροφύλακες.
        Θα δω την Αϊσε (δες τώρα που μέσα στα όνειρα μου είχα δώσει κι όνομα), την κόρη του Τούρκου πρόξενου να κοιτάζει τρομοκρατημένη από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου, μια το πλήθος και μια εμένα, που παρακολουθούσα ανήσυχος τα όσα γινότανε. Έπειτα αρχίσανε να πέφτουνε πυροβολισμοί και το πλήθος εξοργίστηκε περισσότερο αντί να φοβηθεί. Ύστερα φέρανε κάτι πολιορκητικές μηχανές που κροταλίζανε οι ρόδες τους πάνω στο πλακόστρωτο και φτάσανε σε απόσταση που θα ξερνούσαν τις φωτιές τους.
         Και θα αρχίσω να κατεβαίνω για να σώσω την Αϊσέ. Η πίσσα και η βενζίνα θα μου καίνε τα μάτια και το λαιμό. Ένας ξεσκούφωτος λιανός καλόγερος με μακριά λιγδωμένα μαλλιά και γένια, κρατώντας ψηλά το χρυσό δισκοπότηρο της Αγια Σοφιάς θα φανατίζει το πλήθος. Οι πύρινες μπάλες θα αρχίσουνε να χτυπάνε και να σπάζουνε με δύναμη πόρτες και παράθυρα και η φωτιά θα απλωθεί από παντού στο προξενείο. Κι ένας δικέφαλος αετός θα φτερουγίζει πάνω από το πλήθος κρατώντας τα βυζαντινά σύμβολα των αυτοκρατόρων.
         Η Αϊσε να ουρλιάζει και να με παρακαλά κλαίγοντας να κάνω κάτι. Ύστερα θα κατέβω στο προξενείο κι από τη μικρή κερκόπορτα στα ανατολικά της αυλής, θα μπω και θα πέσω με ορμή στη τζαμαρία του ισογείου διαπερνώντας την.
         Έξω θα πυκνώνουν οι πυροβολισμοί και οι φωνές. Εγώ θα τους συγκεντρώσω όλους όσο πιο γρήγορα γινότανε στο κεντρικό σαλόνι του ισογείου. Έπειτα θ' ανάψω το κοντό φυτίλι της μπομπάρδας που βρισκότανε έξω από την κύρια είσοδο στρέφοντάς την προς τον ουρανό. Από τις φωτιές και τους καπνούς που θα γεμίσουνε παντού, θα βρω ευκαιρία και θα αρχίσω να τους φυγαδεύω. Η Αϊσε θα με περιμένει τρέμοντας σε μιά γωνιά έχοντας αγκαλιά το γάτο της.
        Ύστερα το άγριο πλήθος θα αρχίσει να μπαίνει στη μεγάλη σάλα ουρλιάζοντας και θα σπάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Η Αϊσέ θα τρέξει στην αγκαλιά μου. Κρατώντας τη γερά, θα πλησιάσω μιά βιτρίνα με όπλα, θα σπάσω το τζάμι αρπάζοντας ένα καλάσνικοφ και θ' αρχίσω να πυροβολώ πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Θα κάνουνε για λίγο πίσω και θα βρω την ευκαιρία να φύγω από ένα κρυφό πορτάκι, πυροβολώντας συνέχεια με την Αϊσέ γαντζωμένη στο λαιμό μου. Έξω θα βρω και θα καβαλήσω το σελωμένο μαύρο άλογο που θα με περιμένει. Έχοντας στην αγκαλιά μου την Αϊσέ με το γάτο της, θα αρχίσω να καλπάζω ξέφρενα στην Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση το Σιδηροδρομικό Σταθμό.
         Πίσω στο προξενείο το πλήθος θα σπάζει ότι έβρισκε μπροστά του. Οι εικόνες του Κεμάλ θα κατέβουν και θα μαζευτούνε σε σωρό μαζί με τα έπιπλα στην αυλή. Ο καλόγερος θα αρχίσει να χορεύει αφρίζοντας και θα χύνει με το δισκοπότηρο κάτι σαν αίμα ή κρασί πάνω στις κορνίζες. Σε λίγα λεφτά μια φωτιά θα καίει τα πάντα κι ο δικέφαλος θα φύγει από το ανοιχτό παράθυρο κατά τη μεριά της Βασιλεύουσας για να ξαναμαρμαρώσει στη κεντρική πύλη της αγιά Σοφιάς.
         Έπειτα βρέθηκα στην αυλή του σπιτιού μου στη Ζαγορά. Το σπασμένο εικόνισμα του αγίου Νικολάου που είχα δει σε ένα εκκλησάκι στην Αλόννησο το περσινό καλοκαίρι, ήτανε πεταμένο σε κάτι νερά που λιμνάζανε από τη βρύση της αυλής κι εγώ αισθάνθηκα ότι με κυνηγούσανε όλες οι αδικίες του κόσμου. Σου τα είχα διηγηθεί, θυμάσαι; Εκεί σκιάχτηκα και είπα να ξυπνήσω. Και ξύπνησα. Κι αν βγάλεις άκρη από αυτά τα όνειρα γιατρέ μου, εγώ θα κάτσω να με, τέλος πάντων. 
........................................................................................................................

 

Μια μέρα πριν το γάμο του πατέρα του, βρισκότανε στη Θεσσαλονίκη να κοιτάξουνε τις λεπτομέρειες που δεν ήταν και πολλές, σχεδόν παράνομα ένοιωθαν πως παντρευότανε οι άνθρωποι. Ο πατέρας του είχε ήδη συνεννοηθεί με τον ηγούμενο της μονής του Αγίου Στεφάνου, τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Κατέβηκε απροειδοποίητα. Το μυαλό του δεν είχε σχέσεις με κοινωνικές συμβάσεις και τα παρόμοια (ποτέ δεν είχε) και τους βρήκε να ετοιμάζονται για φαγητό.
         - Κάτσε, του είπε ο πατέρας του. Σόνια φέρε ακόμα ένα πιάτο. Έχουμε μουσαφίρη.
        Κακή αρχή, σκέφτηκε ο Δημαράς όταν είδε τη μέλλουσα σύζυγο να φορά τα ρούχα της μητέρας του, τις παντόφλες της, ακόμη και το δαχτυλίδι που το φορούσε η μητέρα του ως το καλό της κόσμημα όταν πηγαίνανε σε βεγγέρες και γιορτές. Το κοιτούσε αφηρημένος και με παράπονο. Διαμοιράσθησαν τα ιμάτιά μου. Τέλος πάντων, σκέφτηκε. Δεν ήρθαμε εδώ για μνημόσυνα. Χαρές έχουμε, γάμους έχουμε, ας μη τα μαγαρίζω με τις εμμονές μου.
        Δεν είχανε και πολλά να κανονίσουνε αφού ο πατέρας του από νωρίς είχε φροντίσει για όλα, παλιός κομματάρχης, ήξερε από μεθόδους και κοινωνικά και το ρίξανε σε εκείνες τις γενικές κουβέντες που είχανε σκοπό να γεμίζουνε τα κενά. Ύστερα βέβαια το κρασί ζέστανε την ατμόσφαιρα και μέχρι αργά το απόγευμα οι διαθέσεις τους σχεδόν φτάσανε λίγο πριν τις αγκαλιές. Με το φαγητό τελειώσανε σχετικά νωρίς.
         - Εγώ θα βγω να περπατήσω στη Θεσσαλονίκη, στα μέρη που σύχναζα μήπως και βρω καμιά ψυχή, κι αν δεν έρθω το βράδυ μην ανησυχείτε, θα περνάω καλά, τους είπε με ένα ανόητο πονηρό χαμόγελο, που σκοπό είχε να σκορπίσει και τις τελευταίες υποψίες του πατέρα του για την αγγαρεία, ή έτσι τουλάχιστον το έβλεπε ο γονιός του, στο να τους παντρέψει. Γιατί σαφώς είχε μετανιώσει για το ναι που του είπε στη Ζαγορά, αφού έκτοτε πολλές φορές το σκέφτηκε και είχε βγάλει το τελικό του συμπέρασμα. Πρώτον, δεν ήταν αυτός για τέτοια πανηγύρια και δεύτερο, το κυριότερο, δεν θα ήθελε να έχει τη μάνα του να τριγυρνά στο μυαλό του, στα όνειρα και τις παραισθήσεις του, να τον κυνηγά με τα σκουπόξυλα για την άφεση αμαρτιών που έδωσε στο σύζυγό της.
        - Ούτε να το συζητάς, του είπε ο πατέρας του. Το βράδυ θα μείνεις εδώ. Η Σόνια θα στρώσει στο δωμάτιό σου, που από τη μέρα που έφυγες δεν πειράξαμε τίποτα. Πάρε και κλειδιά και γύρνα ό,τι ώρα θες. Το κρεβάτι θα είναι στρωμένο.
        Δεν μπόρεσε και πάλι να του αρνηθεί. Χρόνια θυμάται να υποτάσσεται στις απαιτήσεις του, αφού σε ο,τιδήποτε έκανε απέκλειε τις ερωτήσεις και τις αμφισβητήσεις των απόψεών του. Κι όσο γερνούσε ο πατέρας του, φαίνεται τα πράγματα γινότανε χειρότερα. Άρχισε να αποκτά τις συνήθειες που έχουνε οι γέροι. Μάλωνε για το παραμικρό για τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, κάθε πρώτη του μηνός, στεκότανε στην ουρά για να περάσει του τόκους των καταθέσεών στο βιβλιάριό του, έκανε θυμωμένος παρατηρήσεις στους ταξιτζήδες, πριν βγει έξω συμβουλευότανε πάντα το θερμόμετρο και τόσα άλλα που τους κάνανε να ξεχνούν το επερχόμενο τέλος. Γεροντικές συνήθειες, σκέφτηκε.
         - Ίσως αργήσω όμως, τους είπε φεύγοντας. Μη με περιμένετε.
        Κατέβηκε στο κέντρο με το παλιό του γνώριμο λεωφορείο της γραμμής κι από τη Διαγώνιο έστριψε προς τη θάλασσα, όπου γκαζάδικα και μαούνες ήταν αρόδο περιμένοντας τη σειρά τους να ξεφορτώσουν.
        Κάθισε στο παλιό φοιτητικό του στέκι, στο Αχίλλειο, παρήγγειλε μια βότκα, σήμερα ξεκινούσε νωρίτερα, αλλά τον παρέσυρε το μεσημεριανό κρασί που ήτανε για αυτόν μια καλή δικαιολογία να παραβεί τις πρόσφατες αποφάσεις του να ελαττώσει και πάλι το πιοτό. Άφησε το μυαλό του στο χαρούμενο πλήθος που τον περιτριγύριζε. Απόφευγε συνειδητά κάθε σκέψη και λίγο αργότερα, ή πολύ, ποιός καθορίζει τον χρόνο τέτοιες στιγμές, είδε τον Αιμίλιο απέναντι, στην άκρη της παραλίας, να κάθετε σε ένα παγκάκι, να τον χαιρετά χαρούμενος και να τον γνέφει να έρθει.
        Πλήρωσε βιαστικά κι αφού διέσχισε το δρόμο με τα αυτοκίνητα να κορνάρουνε και να τον βρίζουν, έκατσε δίπλα του.
        - Σου έχω νέα, του είπε. Η μικρή γύρισε από την Αμερική και μένει τώρα στο πατρικό της στην διεύθυνση που σου έδωσα.
        Του είπε κι άλλα. Του είπε για τις ζήλιες της Σούρας, αλλά πρόσεξε του είπε, η Σούρα δεν ζήλευε τόσο τον Αττίκ, όσο τον Θόδωρο τον Άγγλο. Έσκυψε στο αφτί του. Και η Σούρα πότε πότε την έκανε την ζημιά. Με τον Άγγλο καιγόταν η καρδούλα της. Αλλά κι ο Αττίκ άρχοντας. Τα τελευταία γιασεμιά τα έγραψε για τη τελευταία τους συνάντηση. Τα ήξερε όλα για τον Άγγλο. Άστα, μην τα ψάχνουμε πολύ και τον στενοχωρούμε εκεί πάνω.
        Πήρε να βραδιάζει όταν συνειδητοποίησε ότι καθότανε μόνος στο παγκάκι ανάβοντας και σβήνοντας τσιγάρα. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά και να κάνει άσκοπα γύρους στα τετράγωνα της πόλης, μέχρι να καταλήξει αργά το βράδυ στο Όλυμπος Νάουσα για φαγητό. Ο Αιμίλιος ήρθε και κάθισα πάλι δίπλα του.
        - Ξέχασα να σου πω ότι ο Αττίκ ήξερε για τον Άγγλο. Τα τελευταία γιασεμιά ήτανε γραμμένα για αυτή την ιστορία. Γεροντική άνοια, σκέφτηκε ο Δημαράς αφού τα ίδια του είπε πιο πριν στο παγκάκι. Έπειτα τον χαιρέτησε βιαστικά κι έφυγε λες κι αυτό που του είπε ήταν ένα μεγάλο μυστικό ή ψέμα που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή.
        Οι σερβιτόροι συνηθισμένοι από χρόνια σε παράξενους πελάτες δεν δώσανε σημασία στα παραμιλητά του. Τον αφήσανε να τρώει ήσυχος και τον συνοδεύσανε ευγενικά μέχρι την πόρτα απόλυτα ικανοποιημένοι από το φιλοδώρημα που τους άφησε.                                                                                                           
        Περπάτησε για λίγο στην παραλία κι από το Λευκό Πύργο πήρε ένα ταξί για να πάει στο σπίτι. Ήταν αργά, ο πατέρας του με τη νύφη κοιμότανε κι όσο μπορούσε πιο αθόρυβα (τον έπιασε τρόμος να ξυπνήσουνε και να αρχίσουνε την κουβέντα), κλείστηκε στο δωμάτιό του. Δεν είχε ύπνο. Το λιγοστό φως από τα φώτα του δρόμου που έμπαινε από τις γρίλιες κόβανε τον τοίχο σε οριζόντιες γραμμές. Ξεφύλλισε κάτι παλιά περιοδικά κόμιξ από συλλογές που μετά μανίας μάζευε όταν ήταν στο σχολείο. Ξαναψαχούλεψε συρτάρια και ράφια σαν να συναντούσε στέκια και φίλους παλιούς. Έπειτα άνοιξε το παράθυρο κι απόμεινε να ακούει το γκιόνη να λέει ξανά και ξανά το ίδιο μονότονο τραγούδι του, μέχρι που βαρύνανε τα μάτια του κι έπεσε με τα ρούχα να κοιμηθεί.
        Την άλλη μέρα το πρωί πήρανε στέφανα, βέρες, ένα μπουκαλάκι κρασί για το μυστήριο και ξεκινήσανε κατά τις δώδεκα για τη μονή. Στο δρόμο ο πατέρας του έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο, μη και χαθεί το κλίμα της επανένωσης με το γιό του, κι ο ίδιος να σκέφτεται από μέσα του, για ποιο λόγο να του κρατώ κακίες μέχρι σήμερα, τι μου έφταιξε και σχεδόν δυο χρόνια του είχα κόψει και την καλημέρα, που στο κάτω κάτω ενοχές έπρεπε να έχω εγώ αφού με μεγάλωσε και με σπούδασε. Τι σκατά χαρακτήρα τέλος πάντων κουβαλώ να τα βάζω με τους πιο δικούς μου ανθρώπους.
         Έπειτα από αυτόν τον εξάψαλμο με τον εαυτό του, μπήκε στην κουβέντα και ήτανε σαν να μπήκε ξαφνικά σε παραμύθια, γιατί ο πατέρας του έλεγε άκρως ενδιαφέροντα πράγματα από την παιδική του ηλικία, αυτό το ατελείωτο καζάνι της ευτυχίας. Για τη μακριά γαϊδάρα που παίζανε και την πλήρωνε πάντα το μαξιλάρι, τις παράνομες εφόδους στα λιγοστά οπωροφόρα της Μάνης, τους υποχρεωτικούς εκκλησιασμούς της Κυριακής που από τη μια πόρτα μπαίνανε και βγαίνανε από την άλλη. Την απαγορευμένη για αυτόν πατρίδα του που, ας όψονται τα συγγενολόγια, τού τη στερήσανε νωρίς κι απότομα κι έτσι έμενε τώρα, όποτε τον πιάνανε οι νοσταλγίες, να παίρνει τηλέφωνο στο καφενείο του χωριού του στον Κάμπο Αβίας και να παραγγέλνει στον καφετζή να του βάζει στο κασετόφωνο μανιάτικα τραγούδια να τα ακούει τηλεφωνικώς. Να νοιώθει κι αυτός πατριώτης και συγχωριανός, κόντρα στα πεπραγμένα της συζύγου του και σε ανάλγητους συγγενείς, που του αρνηθήκανε μερίδιο από τα δυο κτηματάκια του πατέρα του, γιατί έφυγες, του λέγανε, χρόνια τώρα από το χωριό κι όλον αυτό τον καιρό εμείς παιδευόμασταν στις βροχές και τις ξέρες. Να τις πούμε όμως κι αυτές τις ιστορίες. Το πώς δηλαδή γεννήθηκαν, πόσοι ήτανε από το Δημαραίικο και πόσοι μείνανε. Γιατί οι ιστορίες είναι κι αυτές σαν τα όνειρα του Δημαρά. Θέλουνε να βγούνε και σπρώχνει η μια την άλλη αδιαφορώντας για το αν είναι η ώρα τους ή όχι.
         Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Ο πατέρας του μετά το στρατό, που τον υπηρέτησε σχεδόν όλο σε στρατόπεδα της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ως γραμματιζούμενος (τέλειωσε το οκτατάξιο γυμνάσιο της Αρεόπολης στη Μάνη), τον πήρε στη δουλειά ένα λογιστικό γραφείο, πριν προσληφθεί ως υπάλληλος στη Νομαρχία της Θεσσαλονίκης. Με την εξυπνάδα του που τις περισσότερες φορές την ξεπερνούσε η πονηριά, έγινε το δεξί χέρι του αφεντικού του κι από τον κύκλο του άρχισε να μεγαλοπιάνεται με πολιτικούς.
        Ο πατέρας του πατέρα του, επίσης Μιχάλης Δημαράς αλλά του Παύλου, παντρεμένος με την Αγγελική το γένος Πέτρου Βασιλάκου, βαρελάς το επάγγελμα, ευτύχισε να κάνει έξι παιδιά, με μικρότερο εν ζωή τον πατέρα του, που μάλιστα βγήκε δίδυμος με τον Σωτήρη. Ο μεγαλύτερος, ο Χρήστος, έμεινε στο χωριό δουλεύοντας κι αυτός το βαρελάδικο και τα δυο πατρικά κτηματάκια στη Χινοβίνα του Κάμπου. Η δεύτερη, η Γεωργία, παντρεύτηκε κι έμεινε στη Σπάρτη με σύζυγο στρατιωτικό καραβανά. Ο τρίτος, ο Σταύρος, ο σπουδαγμένος της οικογένειας (το απαίτησε αυτός να σπουδάσει, όχι ότι ο μπάρμπα Μιχάλης καιγότανε για κάτι τέτοιο), αφού τελείωσε την ιατρική στην Αθήνα, έφυγε στην Αγγλία και παντρεύτηκε εκεί. Τέλος η Μαρία που γεννήθηκε μετά από τον πατέρα του και πέθανε δυο μήνες αργότερα από τύφο.
         Όταν ο Σταύρος (ο άγγλος) ζήτησε από τον πατέρα τού δικού μας μια ληξιαρχική πράξη γέννησης για να βγάλει καινούριο διαβατήριο, ο Παύλος Δημαράς (ως καθ’υλην αρμόδιος που λένε, ξέροντας πέντε γράμματα και όντας μέσα στα πράγματα), τηλεφώνησε στο ληξίαρχο της κοινότητας να του στείλει το χαρτί.
        - Και πού’σε Βαγγέλη, του είπε. Μια που κάνεις το καλό δεν μου βγάζεις και μένα μια, να την έχω για την ιστορία βρε παιδί μου, του παρήγγειλε με τον αέρα του κομματάρχη που τα μικρά ονόματα των υποτακτικών τους τα επικαλούντο κατά παραχώρηση.
       Την άλλη μέρα του τηλεφώνησε ο ληξίαρχος. Κύριε Δημαρά, του είπε. Δεν σας βρίσκω. Δεν υπάρχετε πουθενά στο έτος 1922. Τι είναι αυτά ρε Βαγγέλη, του είπε. Είναι δυνατόν να μη γεννήθηκα; Την επομένη μέρα πάλι ο Βαγγέλης. Δεν σας βρίσκω, δυστυχώς. Δεν ξέρω τι γινότανε εκείνα τα χρόνια. Άλλωστε εγώ δεν είχα γεννηθεί ακόμα. Για ψάξε την προηγούμενη χρονιά, του παρήγγειλε ο πατέρας του. Πράγματι την άλλη μέρα το μυστήριο λύθηκε κατά τον πιο μυστηριώδη τρόπο. Κύριε Δημαρά, του είπε ο Βαγγέλης. Σας βρήκα. Μπράβο Βαγγέλη του λέει. Στείλε μου δυο αντίγραφα να τα έχω. Από την άλλη μεριά ο ληξίαρχος κόμπιασε. Τι γίνεται βρε Βαγγέλη, του λέει ο πατέρας του. Τι έχεις; Εγώ, τίποτα. Του είπε ο Βαγγέλης. Σε σας είναι το πρόβλημα. Στο περιθώριο της πράξης γέννησής σας είναι σημειωμένος και ο θάνατός σας. Ένα μήνα μετά. Τι είναι αυτά ρε Βαγγέλη. Τι λες, του είπε ο πατέρας του, μη πιστεύοντας στα όσα άκουγε. Εγώ; Τι να πω, του είπε ο ληξίαρχος. Τα χαρτιά μιλάνε. Θα σας στείλω δυο αντίγραφα.
        Σε δυο μέρες ο πατέρας του πήρε τα αντίγραφα που του έστειλε ο ληξίαρχος. Με εκείνα τα γράμματα της πένας που αλλού παχιά αλλού λεπτά, αναγγέλλανε τη γέννηση και το θάνατο του. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ανάτρεξε πάλι στις ιστορίες της μητέρας του της Αγγελικής για το πότε, πού και με ποιες συνθήκες γεννήθηκαν αυτός και ο Σωτήρης, ο δίδυμος αδερφός του. Μάλιστα, σκέφτηκε μέσα του. Δηλαδή είμαι ο Σωτήρης.
       Έκτοτε κουβαλούσε και διακωμωδούσε την ανύπαρκτη ύπαρξη της αφεντιάς του, που βεβαίως η ληξιαρχική αυτή πράξη τού ανέβαζε την ηλικία κατά ένα χρόνο, που ναι μεν τότε το είχε πάρει αψήφιστα, όμως όσο μεγάλωνε ένιωθε αυτόν τον χρόνο βαρίδιο στη πλάτη του και δικαιολογία για τους πρόσθετους πόνους που ένιωθε μετά την ανακάλυψη της πραγματικής του ηλικίας. Κι όταν παλιότερα ανάμεσα στις οικογενειακές τους ιστορίες προσπαθούσε να θυμηθεί τις διηγήσεις της μάνας του για το πότε ακριβώς γεννήθηκαν όλοι τους και κάτω από ποιες συνθήκες εκείνα τα δύσκολα χρόνια, η Αγγελική ξεκινούσε να ψάχνει τις ημερομηνίες όχι με τα ημερολόγια, αλλά με γιορτές αγίων και νηστείες, όμως για ένα πράμα ήταν ξεκάθαρη. Καλοκαίρι, του έλεγε του πατέρα του γεννήθηκες. Όχι Χειμώνα. Άσε τι λέει η ταυτότητά σου. Εκείνα τα χρόνια ο πατέρας σου ούτε ήξερε τι δήλωνε στο ληξίαρχο, αφού πήγαινε μήνες μετά να σας δηλώσει, κι αυτό πάλι δεν είναι τόσο σίγουρο. Να φανταστείς, ο Χρήστος ούτε καν φαινότανε πως ήταν γεννημένος στο ληξιαρχείο του χωριού, όπως και η Μαρία, που πέθανε μια βδομάδα μετά τη γέννα της, δεν είχε δηλωθεί ούτε κι αυτή. Είχε βαρεθεί φαίνεται να δηλώνει ο πατέρας σου και να τρέχει κάθε τρεις και λίγο στον ληξίαρχο. Καλοκαίρι γεννήθηκες. Τέρμα. Γεννήθηκε πρώτα ο Σωτήρης και μετά εσύ. Βράδυ ήτανε θυμάμαι και τρέχαμε να βρούμε τη μαμή, που εκείνη τη νύχτα ξεγεννούσε αλλού και την περιμέναμε. Μετά από μια ώρα γεννήθηκες κι εσύ. Κι όταν επάνω στο μήνα πάθατε και οι δύο διφθερίτιδα και σας φορτώσαμε στο κάρο για να σας πάμε στην Καρδαμίλη στον γιατρό, είκοσι χιλιόμετρα δρόμος, αφού σας βαφτίσαμε άρον άρον για να πάει η ψυχούλα σας στον παράδεισο με όνομα, στο δρόμο πέθανε ο Σωτήρης. Τι τα θες, δύσκολα χρόνια. Μην τα ψάχνεις, του έλεγε κάθε φορά που τελείωνε τέτοιες ιστορίες. Τότε δεν είχανε τα σόου που έχουνε σήμερα οι θάνατοι. Τύλιξα σε ένα τσουβάλι τον Σωτηράκη, αυτόν για τα σανά που τρώγανε τα ζώα και στον γιατρό εμφανίσαμε μόνον εσένα, από έναν αόριστο φόβο για το τι μπορούσε να μας συμβεί. Εγώ έμεινα στο κάρο έχοντας αγκαλιά τον αδερφό σου και περίμενα. Ώρες περίμενα. Ή τόσο μου φάνηκε. Και τα μάτια μου τρέχανε συνέχεια. Δεν ήξερα γιατί έκλαιγα. Για το θάνατο του Σωτήρη ή για την αδικία που μοίραζε ο Θεός θανάτους και ζωές, έτσι ανάκατα στη βιασύνη του να τα φέρει βόλτα. Εσείς οι αρσενικοί δεν τα καταλαβαίνετε αυτά τα πράγματα. Νομίζετε ότι η ζωή είναι μόνο δουλειά και καφενείο. Ως που γύρισε ο πατέρας σου και ξεκινήσαμε χαράματα για το χωριό. Και πριν καλά καλά ξυπνήσουνε οι χωριανοί, πήραμε παραμάσχαλα τον παπά και το θάψαμε το μωρό κάπου παράμερα χωρίς σταυρό, χωρίς τίποτα. Κι εκεί πάντοτε βούρκωνε. Σταματούσε το μονόλογο και κοιτούσε αφηρημένα απέναντι με το μυαλό της να μπαίνει βαθιά σαν σφήνα στο χρόνο, να αναλογίζεται τα τούτα και τα εκείνα, μιας ζωής δύσκολης που την έκανε ακόμα δυσκολότερη ο χαρακτήρας του άντρα της. Ούτε και τη Μαρία είχαμε δηλωμένη, που γεννήθηκε ένα χρόνο μετά από σένα και πέθανε πάνω στη βδομάδα, έχοντας κι αυτή βιαστικά βαφτίσια και βιαστικότερο θάνατο. Τόσα παιδιά, μονολογούσε, που να προλαβαίνεις και τα ληξιαρχεία, ρίχνοντας πάντα την ώρα του σχολίου της ένα φαρμακερό βλέμμα στον άντρα της, για να του θυμίσει την ανικανότητα του για πράγματα που είναι οριοθετημένα στις αρμοδιότητες των αρσενικών. Εκείνα τα χρόνια οι γεννήσεις δεν ήτανε και τίποτα ξέχωρο στα μυαλά των αντρών, έλεγε καρφώνοντας ξανά τον άντρα της. 
         Πίσω στα δικά μας. Βλέποντας ο πατέρας του πως ξύπνησε, άρχισε ιστορίες του γιού του να τις ακούει και η Σόνια για να μπει πιο εύκολα στη ζωή τους, τότε που μικρός έτρωγε τις βανίλιες κρυφά, που αργούσε να μιλήσει και η μάνα του τον έτρεχε σε ευχέλαια κι όταν άρχισε πια να μιλά και δεν σταματούσε, τον ξανάτρεχε πάλι σε ευχέλαια να σταματήσει (προφανώς αστειευότανε), το γράμμα που τους άφησε, όταν δώδεκα χρονών σκατό, θυμωμένος από μια ηχηρή σφαλιάρα του πατέρα του,  σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι του, για να πάει λέει στα καράβια. Το μόνο περιβάλλον που καταλάβαινε τον πόνο του.
        - Το έχω κρατημένο το σημείωμα, του είπε. Θα σου το δώσω όταν θα γυρίσουμε στο σπίτι.
        Ο ηγούμενος τέλειωσε το μυστήριο βιαστικά κι άχαρα σαν να τους μάλωνε. Πού να χωνέψει η αγιοσύνη του τέτοιους στραβούς γάμους. Ας είναι καλά η δωρεά που έταξε ο Παύλος Δημαράς στο μοναστήρι. Κι έπειτα στο γυρισμό ο πατέρας του να επιμένει να τον φέρει στη Θεσσαλονίκη.
        - Τι γυρεύεις βρε παιδί μου μέσα στα άγρια βουνά και στα χιόνια. Σε ποιόν να πεις εκεί μια κουβέντα. Κι αν δεν την μπορείς την τάξη (έτσι, λίγο δειλά ακούμπησε την αρρώστια του), θα κοιτάξω να μπεις σε γραφείο στη Διεύθυνση. Ο Δημαράς του έκοψε τη φόρα όσο μπορούσε πιο ευγενικά.
         - Μην επιμένεις, του είπε. Είμαι μια χαρά. Το δάσος και οι Ζαγοριανοί είναι η καλύτερή μου γιατρειά.
        Φτάσανε στη Θεσσαλονίκη αργά το μεσημέρι και καθίσανε σε μια παραλιακή ταβέρνα, κι έπειτα στο σπίτι να προλάβει τις συγκοινωνίες για την Ζαγορά. Αγκαλιαστήκανε.
        - Στο καλό του είπε η Σόνια. Να ξέρεις ότι εδώ είναι το σπίτι σου κι ό,τι θελήσεις κάνε μου ένα τηλέφωνο. Άσε τον πατέρα σου. Αυτός έχει δυο χρώματα μόνο στο μυαλό του. Το άσπρο και το μαύρο.
         Λόγια που του αρέσανε ώστε να τη σφίξει περισσότερο στην αγκαλιά του. Στο χωριό έφτασε αργά και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του. Στην Ελπίδα δεν είπε ότι θα γυρνούσε αμέσως μετά την παντρειά. Ήθελε να μείνει μόνος μια τέτοια σημαδιακή μέρα, μέλος κι αυτός μιας καινούριας οικογένειας, όπου το αστείο και το περίεργο γυρνούσανε στο μυαλό του με αποτέλεσμα, πολύ αργά τη νύχτα, να κοιμηθεί κεφάτος ως άρτι γεννηθέν βρέφος από τη νυφική παστάδα της κρεβατοκάμαρας του πατέρα του και της συζύγου του. Μέχρι εκεί έφτανε το άρρωστο μυαλό του.