Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Αποσπασμα από το βιβλίο



 Η μπάντα που είχε έρθει από την Κέρκυρα έπαιζε έναν σκοπό που μόνο σκοπός δεν ήτανε. Φύρδην μίγδην οι νότες και τα όργανα κι ο αρχιμουσικός το χαβά του χωρίς να νοιάζεται για την ορχήστρα. Έπειτα πέρασε από μπροστά μου ένα κοπάδι πρόβατα σφαγμένα και φοβήθηκα. Και άρχισα πάλι να πετάω, όλο πετάω γιατρέ, από την άκρη της Κασσάνδρου προς το νεκροταφείο της αγίας Ευαγγελίστριας. Κι εκεί ήταν που ξύπνησα αλλά και που δεν ξύπνησα, δεν ξέρω πια, αυτά τα δυο πράματα μπερδεύονται μέσα μου όλο και πιο συχνά. Αφού έλεγα άνοιξε τα μάτια σου Μιχάλη και τα άνοιγα. Κοίταξε τι ώρα είναι Μιχάλη και κοιτούσα. Κι έλεγε το ρολόι τέσσερις παρά είκοσι και έδινα εντολή στο χέρι μου να πατήσει το φωτάκι της νύχτας κι εκείνο δεν άναβε. Μέχρι που ήρθε ο Κερκυραίος μουσικός και μόνο που το κοίταξε εκείνο ξαφνικά έριξε ένα άπλετο φως μέσα στο δωμάτιο, ενώ με το άλλο χέρι του συνέχιζε να διευθύνει τη μπάντα. Και τα πρόβατα να πλημμυρίζουν τώρα το δωμάτιο, ντυμένα όμως με την προβιά τους και να βελάζουνε ανήσυχα με το τόσο φως που τα έλουζε. Έπειτα να πετώ πάλι πάνω από την Κασσάνδρου κι από την άκρη της Αγίου Δημητρίου κι όσο πιο βαθιά έπιανε το μάτι μου, έβλεπα να έρχεται ένα ετερόκλιτο πλήθος κρατώντας πλακάτ και πυρσούς αναμμένους και να πηγαίνει στο τουρκικό προξενείο, που είχανε τριπλασιάσει τις βάρδιες του γιατί περιμένανε επεισόδια. Το πλήθος θα αρχίσει να πλησιάζει απειλητικά ουρλιάζοντας συνθήματα και ρίχνοντας πέτρες στους παραταγμένους χωροφύλακες.
        Θα δω την Αϊσε (δες τώρα που μέσα στα όνειρα μου είχα δώσει κι όνομα), την κόρη του Τούρκου πρόξενου να κοιτάζει τρομοκρατημένη από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου, μια το πλήθος και μια εμένα, που παρακολουθούσα ανήσυχος τα όσα γινότανε. Έπειτα αρχίσανε να πέφτουνε πυροβολισμοί και το πλήθος εξοργίστηκε περισσότερο αντί να φοβηθεί. Ύστερα φέρανε κάτι πολιορκητικές μηχανές που κροταλίζανε οι ρόδες τους πάνω στο πλακόστρωτο και φτάσανε σε απόσταση που θα ξερνούσαν τις φωτιές τους.
         Και θα αρχίσω να κατεβαίνω για να σώσω την Αϊσέ. Η πίσσα και η βενζίνα θα μου καίνε τα μάτια και το λαιμό. Ένας ξεσκούφωτος λιανός καλόγερος με μακριά λιγδωμένα μαλλιά και γένια, κρατώντας ψηλά το χρυσό δισκοπότηρο της Αγια Σοφιάς θα φανατίζει το πλήθος. Οι πύρινες μπάλες θα αρχίσουνε να χτυπάνε και να σπάζουνε με δύναμη πόρτες και παράθυρα και η φωτιά θα απλωθεί από παντού στο προξενείο. Κι ένας δικέφαλος αετός θα φτερουγίζει πάνω από το πλήθος κρατώντας τα βυζαντινά σύμβολα των αυτοκρατόρων.
         Η Αϊσε να ουρλιάζει και να με παρακαλά κλαίγοντας να κάνω κάτι. Ύστερα θα κατέβω στο προξενείο κι από τη μικρή κερκόπορτα στα ανατολικά της αυλής, θα μπω και θα πέσω με ορμή στη τζαμαρία του ισογείου διαπερνώντας την.
         Έξω θα πυκνώνουν οι πυροβολισμοί και οι φωνές. Εγώ θα τους συγκεντρώσω όλους όσο πιο γρήγορα γινότανε στο κεντρικό σαλόνι του ισογείου. Έπειτα θ' ανάψω το κοντό φυτίλι της μπομπάρδας που βρισκότανε έξω από την κύρια είσοδο στρέφοντάς την προς τον ουρανό. Από τις φωτιές και τους καπνούς που θα γεμίσουνε παντού, θα βρω ευκαιρία και θα αρχίσω να τους φυγαδεύω. Η Αϊσε θα με περιμένει τρέμοντας σε μιά γωνιά έχοντας αγκαλιά το γάτο της.
        Ύστερα το άγριο πλήθος θα αρχίσει να μπαίνει στη μεγάλη σάλα ουρλιάζοντας και θα σπάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Η Αϊσέ θα τρέξει στην αγκαλιά μου. Κρατώντας τη γερά, θα πλησιάσω μιά βιτρίνα με όπλα, θα σπάσω το τζάμι αρπάζοντας ένα καλάσνικοφ και θ' αρχίσω να πυροβολώ πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Θα κάνουνε για λίγο πίσω και θα βρω την ευκαιρία να φύγω από ένα κρυφό πορτάκι, πυροβολώντας συνέχεια με την Αϊσέ γαντζωμένη στο λαιμό μου. Έξω θα βρω και θα καβαλήσω το σελωμένο μαύρο άλογο που θα με περιμένει. Έχοντας στην αγκαλιά μου την Αϊσέ με το γάτο της, θα αρχίσω να καλπάζω ξέφρενα στην Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση το Σιδηροδρομικό Σταθμό.
         Πίσω στο προξενείο το πλήθος θα σπάζει ότι έβρισκε μπροστά του. Οι εικόνες του Κεμάλ θα κατέβουν και θα μαζευτούνε σε σωρό μαζί με τα έπιπλα στην αυλή. Ο καλόγερος θα αρχίσει να χορεύει αφρίζοντας και θα χύνει με το δισκοπότηρο κάτι σαν αίμα ή κρασί πάνω στις κορνίζες. Σε λίγα λεφτά μια φωτιά θα καίει τα πάντα κι ο δικέφαλος θα φύγει από το ανοιχτό παράθυρο κατά τη μεριά της Βασιλεύουσας για να ξαναμαρμαρώσει στη κεντρική πύλη της αγιά Σοφιάς.
         Έπειτα βρέθηκα στην αυλή του σπιτιού μου στη Ζαγορά. Το σπασμένο εικόνισμα του αγίου Νικολάου που είχα δει σε ένα εκκλησάκι στην Αλόννησο το περσινό καλοκαίρι, ήτανε πεταμένο σε κάτι νερά που λιμνάζανε από τη βρύση της αυλής κι εγώ αισθάνθηκα ότι με κυνηγούσανε όλες οι αδικίες του κόσμου. Σου τα είχα διηγηθεί, θυμάσαι; Εκεί σκιάχτηκα και είπα να ξυπνήσω. Και ξύπνησα. Κι αν βγάλεις άκρη από αυτά τα όνειρα γιατρέ μου, εγώ θα κάτσω να με, τέλος πάντων. 
........................................................................................................................

 

Μια μέρα πριν το γάμο του πατέρα του, βρισκότανε στη Θεσσαλονίκη να κοιτάξουνε τις λεπτομέρειες που δεν ήταν και πολλές, σχεδόν παράνομα ένοιωθαν πως παντρευότανε οι άνθρωποι. Ο πατέρας του είχε ήδη συνεννοηθεί με τον ηγούμενο της μονής του Αγίου Στεφάνου, τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Κατέβηκε απροειδοποίητα. Το μυαλό του δεν είχε σχέσεις με κοινωνικές συμβάσεις και τα παρόμοια (ποτέ δεν είχε) και τους βρήκε να ετοιμάζονται για φαγητό.
         - Κάτσε, του είπε ο πατέρας του. Σόνια φέρε ακόμα ένα πιάτο. Έχουμε μουσαφίρη.
        Κακή αρχή, σκέφτηκε ο Δημαράς όταν είδε τη μέλλουσα σύζυγο να φορά τα ρούχα της μητέρας του, τις παντόφλες της, ακόμη και το δαχτυλίδι που το φορούσε η μητέρα του ως το καλό της κόσμημα όταν πηγαίνανε σε βεγγέρες και γιορτές. Το κοιτούσε αφηρημένος και με παράπονο. Διαμοιράσθησαν τα ιμάτιά μου. Τέλος πάντων, σκέφτηκε. Δεν ήρθαμε εδώ για μνημόσυνα. Χαρές έχουμε, γάμους έχουμε, ας μη τα μαγαρίζω με τις εμμονές μου.
        Δεν είχανε και πολλά να κανονίσουνε αφού ο πατέρας του από νωρίς είχε φροντίσει για όλα, παλιός κομματάρχης, ήξερε από μεθόδους και κοινωνικά και το ρίξανε σε εκείνες τις γενικές κουβέντες που είχανε σκοπό να γεμίζουνε τα κενά. Ύστερα βέβαια το κρασί ζέστανε την ατμόσφαιρα και μέχρι αργά το απόγευμα οι διαθέσεις τους σχεδόν φτάσανε λίγο πριν τις αγκαλιές. Με το φαγητό τελειώσανε σχετικά νωρίς.
         - Εγώ θα βγω να περπατήσω στη Θεσσαλονίκη, στα μέρη που σύχναζα μήπως και βρω καμιά ψυχή, κι αν δεν έρθω το βράδυ μην ανησυχείτε, θα περνάω καλά, τους είπε με ένα ανόητο πονηρό χαμόγελο, που σκοπό είχε να σκορπίσει και τις τελευταίες υποψίες του πατέρα του για την αγγαρεία, ή έτσι τουλάχιστον το έβλεπε ο γονιός του, στο να τους παντρέψει. Γιατί σαφώς είχε μετανιώσει για το ναι που του είπε στη Ζαγορά, αφού έκτοτε πολλές φορές το σκέφτηκε και είχε βγάλει το τελικό του συμπέρασμα. Πρώτον, δεν ήταν αυτός για τέτοια πανηγύρια και δεύτερο, το κυριότερο, δεν θα ήθελε να έχει τη μάνα του να τριγυρνά στο μυαλό του, στα όνειρα και τις παραισθήσεις του, να τον κυνηγά με τα σκουπόξυλα για την άφεση αμαρτιών που έδωσε στο σύζυγό της.
        - Ούτε να το συζητάς, του είπε ο πατέρας του. Το βράδυ θα μείνεις εδώ. Η Σόνια θα στρώσει στο δωμάτιό σου, που από τη μέρα που έφυγες δεν πειράξαμε τίποτα. Πάρε και κλειδιά και γύρνα ό,τι ώρα θες. Το κρεβάτι θα είναι στρωμένο.
        Δεν μπόρεσε και πάλι να του αρνηθεί. Χρόνια θυμάται να υποτάσσεται στις απαιτήσεις του, αφού σε ο,τιδήποτε έκανε απέκλειε τις ερωτήσεις και τις αμφισβητήσεις των απόψεών του. Κι όσο γερνούσε ο πατέρας του, φαίνεται τα πράγματα γινότανε χειρότερα. Άρχισε να αποκτά τις συνήθειες που έχουνε οι γέροι. Μάλωνε για το παραμικρό για τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, κάθε πρώτη του μηνός, στεκότανε στην ουρά για να περάσει του τόκους των καταθέσεών στο βιβλιάριό του, έκανε θυμωμένος παρατηρήσεις στους ταξιτζήδες, πριν βγει έξω συμβουλευότανε πάντα το θερμόμετρο και τόσα άλλα που τους κάνανε να ξεχνούν το επερχόμενο τέλος. Γεροντικές συνήθειες, σκέφτηκε.
         - Ίσως αργήσω όμως, τους είπε φεύγοντας. Μη με περιμένετε.
        Κατέβηκε στο κέντρο με το παλιό του γνώριμο λεωφορείο της γραμμής κι από τη Διαγώνιο έστριψε προς τη θάλασσα, όπου γκαζάδικα και μαούνες ήταν αρόδο περιμένοντας τη σειρά τους να ξεφορτώσουν.
        Κάθισε στο παλιό φοιτητικό του στέκι, στο Αχίλλειο, παρήγγειλε μια βότκα, σήμερα ξεκινούσε νωρίτερα, αλλά τον παρέσυρε το μεσημεριανό κρασί που ήτανε για αυτόν μια καλή δικαιολογία να παραβεί τις πρόσφατες αποφάσεις του να ελαττώσει και πάλι το πιοτό. Άφησε το μυαλό του στο χαρούμενο πλήθος που τον περιτριγύριζε. Απόφευγε συνειδητά κάθε σκέψη και λίγο αργότερα, ή πολύ, ποιός καθορίζει τον χρόνο τέτοιες στιγμές, είδε τον Αιμίλιο απέναντι, στην άκρη της παραλίας, να κάθετε σε ένα παγκάκι, να τον χαιρετά χαρούμενος και να τον γνέφει να έρθει.
        Πλήρωσε βιαστικά κι αφού διέσχισε το δρόμο με τα αυτοκίνητα να κορνάρουνε και να τον βρίζουν, έκατσε δίπλα του.
        - Σου έχω νέα, του είπε. Η μικρή γύρισε από την Αμερική και μένει τώρα στο πατρικό της στην διεύθυνση που σου έδωσα.
        Του είπε κι άλλα. Του είπε για τις ζήλιες της Σούρας, αλλά πρόσεξε του είπε, η Σούρα δεν ζήλευε τόσο τον Αττίκ, όσο τον Θόδωρο τον Άγγλο. Έσκυψε στο αφτί του. Και η Σούρα πότε πότε την έκανε την ζημιά. Με τον Άγγλο καιγόταν η καρδούλα της. Αλλά κι ο Αττίκ άρχοντας. Τα τελευταία γιασεμιά τα έγραψε για τη τελευταία τους συνάντηση. Τα ήξερε όλα για τον Άγγλο. Άστα, μην τα ψάχνουμε πολύ και τον στενοχωρούμε εκεί πάνω.
        Πήρε να βραδιάζει όταν συνειδητοποίησε ότι καθότανε μόνος στο παγκάκι ανάβοντας και σβήνοντας τσιγάρα. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά και να κάνει άσκοπα γύρους στα τετράγωνα της πόλης, μέχρι να καταλήξει αργά το βράδυ στο Όλυμπος Νάουσα για φαγητό. Ο Αιμίλιος ήρθε και κάθισα πάλι δίπλα του.
        - Ξέχασα να σου πω ότι ο Αττίκ ήξερε για τον Άγγλο. Τα τελευταία γιασεμιά ήτανε γραμμένα για αυτή την ιστορία. Γεροντική άνοια, σκέφτηκε ο Δημαράς αφού τα ίδια του είπε πιο πριν στο παγκάκι. Έπειτα τον χαιρέτησε βιαστικά κι έφυγε λες κι αυτό που του είπε ήταν ένα μεγάλο μυστικό ή ψέμα που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή.
        Οι σερβιτόροι συνηθισμένοι από χρόνια σε παράξενους πελάτες δεν δώσανε σημασία στα παραμιλητά του. Τον αφήσανε να τρώει ήσυχος και τον συνοδεύσανε ευγενικά μέχρι την πόρτα απόλυτα ικανοποιημένοι από το φιλοδώρημα που τους άφησε.                                                                                                           
        Περπάτησε για λίγο στην παραλία κι από το Λευκό Πύργο πήρε ένα ταξί για να πάει στο σπίτι. Ήταν αργά, ο πατέρας του με τη νύφη κοιμότανε κι όσο μπορούσε πιο αθόρυβα (τον έπιασε τρόμος να ξυπνήσουνε και να αρχίσουνε την κουβέντα), κλείστηκε στο δωμάτιό του. Δεν είχε ύπνο. Το λιγοστό φως από τα φώτα του δρόμου που έμπαινε από τις γρίλιες κόβανε τον τοίχο σε οριζόντιες γραμμές. Ξεφύλλισε κάτι παλιά περιοδικά κόμιξ από συλλογές που μετά μανίας μάζευε όταν ήταν στο σχολείο. Ξαναψαχούλεψε συρτάρια και ράφια σαν να συναντούσε στέκια και φίλους παλιούς. Έπειτα άνοιξε το παράθυρο κι απόμεινε να ακούει το γκιόνη να λέει ξανά και ξανά το ίδιο μονότονο τραγούδι του, μέχρι που βαρύνανε τα μάτια του κι έπεσε με τα ρούχα να κοιμηθεί.
        Την άλλη μέρα το πρωί πήρανε στέφανα, βέρες, ένα μπουκαλάκι κρασί για το μυστήριο και ξεκινήσανε κατά τις δώδεκα για τη μονή. Στο δρόμο ο πατέρας του έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο, μη και χαθεί το κλίμα της επανένωσης με το γιό του, κι ο ίδιος να σκέφτεται από μέσα του, για ποιο λόγο να του κρατώ κακίες μέχρι σήμερα, τι μου έφταιξε και σχεδόν δυο χρόνια του είχα κόψει και την καλημέρα, που στο κάτω κάτω ενοχές έπρεπε να έχω εγώ αφού με μεγάλωσε και με σπούδασε. Τι σκατά χαρακτήρα τέλος πάντων κουβαλώ να τα βάζω με τους πιο δικούς μου ανθρώπους.
         Έπειτα από αυτόν τον εξάψαλμο με τον εαυτό του, μπήκε στην κουβέντα και ήτανε σαν να μπήκε ξαφνικά σε παραμύθια, γιατί ο πατέρας του έλεγε άκρως ενδιαφέροντα πράγματα από την παιδική του ηλικία, αυτό το ατελείωτο καζάνι της ευτυχίας. Για τη μακριά γαϊδάρα που παίζανε και την πλήρωνε πάντα το μαξιλάρι, τις παράνομες εφόδους στα λιγοστά οπωροφόρα της Μάνης, τους υποχρεωτικούς εκκλησιασμούς της Κυριακής που από τη μια πόρτα μπαίνανε και βγαίνανε από την άλλη. Την απαγορευμένη για αυτόν πατρίδα του που, ας όψονται τα συγγενολόγια, τού τη στερήσανε νωρίς κι απότομα κι έτσι έμενε τώρα, όποτε τον πιάνανε οι νοσταλγίες, να παίρνει τηλέφωνο στο καφενείο του χωριού του στον Κάμπο Αβίας και να παραγγέλνει στον καφετζή να του βάζει στο κασετόφωνο μανιάτικα τραγούδια να τα ακούει τηλεφωνικώς. Να νοιώθει κι αυτός πατριώτης και συγχωριανός, κόντρα στα πεπραγμένα της συζύγου του και σε ανάλγητους συγγενείς, που του αρνηθήκανε μερίδιο από τα δυο κτηματάκια του πατέρα του, γιατί έφυγες, του λέγανε, χρόνια τώρα από το χωριό κι όλον αυτό τον καιρό εμείς παιδευόμασταν στις βροχές και τις ξέρες. Να τις πούμε όμως κι αυτές τις ιστορίες. Το πώς δηλαδή γεννήθηκαν, πόσοι ήτανε από το Δημαραίικο και πόσοι μείνανε. Γιατί οι ιστορίες είναι κι αυτές σαν τα όνειρα του Δημαρά. Θέλουνε να βγούνε και σπρώχνει η μια την άλλη αδιαφορώντας για το αν είναι η ώρα τους ή όχι.
         Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Ο πατέρας του μετά το στρατό, που τον υπηρέτησε σχεδόν όλο σε στρατόπεδα της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ως γραμματιζούμενος (τέλειωσε το οκτατάξιο γυμνάσιο της Αρεόπολης στη Μάνη), τον πήρε στη δουλειά ένα λογιστικό γραφείο, πριν προσληφθεί ως υπάλληλος στη Νομαρχία της Θεσσαλονίκης. Με την εξυπνάδα του που τις περισσότερες φορές την ξεπερνούσε η πονηριά, έγινε το δεξί χέρι του αφεντικού του κι από τον κύκλο του άρχισε να μεγαλοπιάνεται με πολιτικούς.
        Ο πατέρας του πατέρα του, επίσης Μιχάλης Δημαράς αλλά του Παύλου, παντρεμένος με την Αγγελική το γένος Πέτρου Βασιλάκου, βαρελάς το επάγγελμα, ευτύχισε να κάνει έξι παιδιά, με μικρότερο εν ζωή τον πατέρα του, που μάλιστα βγήκε δίδυμος με τον Σωτήρη. Ο μεγαλύτερος, ο Χρήστος, έμεινε στο χωριό δουλεύοντας κι αυτός το βαρελάδικο και τα δυο πατρικά κτηματάκια στη Χινοβίνα του Κάμπου. Η δεύτερη, η Γεωργία, παντρεύτηκε κι έμεινε στη Σπάρτη με σύζυγο στρατιωτικό καραβανά. Ο τρίτος, ο Σταύρος, ο σπουδαγμένος της οικογένειας (το απαίτησε αυτός να σπουδάσει, όχι ότι ο μπάρμπα Μιχάλης καιγότανε για κάτι τέτοιο), αφού τελείωσε την ιατρική στην Αθήνα, έφυγε στην Αγγλία και παντρεύτηκε εκεί. Τέλος η Μαρία που γεννήθηκε μετά από τον πατέρα του και πέθανε δυο μήνες αργότερα από τύφο.
         Όταν ο Σταύρος (ο άγγλος) ζήτησε από τον πατέρα τού δικού μας μια ληξιαρχική πράξη γέννησης για να βγάλει καινούριο διαβατήριο, ο Παύλος Δημαράς (ως καθ’υλην αρμόδιος που λένε, ξέροντας πέντε γράμματα και όντας μέσα στα πράγματα), τηλεφώνησε στο ληξίαρχο της κοινότητας να του στείλει το χαρτί.
        - Και πού’σε Βαγγέλη, του είπε. Μια που κάνεις το καλό δεν μου βγάζεις και μένα μια, να την έχω για την ιστορία βρε παιδί μου, του παρήγγειλε με τον αέρα του κομματάρχη που τα μικρά ονόματα των υποτακτικών τους τα επικαλούντο κατά παραχώρηση.
       Την άλλη μέρα του τηλεφώνησε ο ληξίαρχος. Κύριε Δημαρά, του είπε. Δεν σας βρίσκω. Δεν υπάρχετε πουθενά στο έτος 1922. Τι είναι αυτά ρε Βαγγέλη, του είπε. Είναι δυνατόν να μη γεννήθηκα; Την επομένη μέρα πάλι ο Βαγγέλης. Δεν σας βρίσκω, δυστυχώς. Δεν ξέρω τι γινότανε εκείνα τα χρόνια. Άλλωστε εγώ δεν είχα γεννηθεί ακόμα. Για ψάξε την προηγούμενη χρονιά, του παρήγγειλε ο πατέρας του. Πράγματι την άλλη μέρα το μυστήριο λύθηκε κατά τον πιο μυστηριώδη τρόπο. Κύριε Δημαρά, του είπε ο Βαγγέλης. Σας βρήκα. Μπράβο Βαγγέλη του λέει. Στείλε μου δυο αντίγραφα να τα έχω. Από την άλλη μεριά ο ληξίαρχος κόμπιασε. Τι γίνεται βρε Βαγγέλη, του λέει ο πατέρας του. Τι έχεις; Εγώ, τίποτα. Του είπε ο Βαγγέλης. Σε σας είναι το πρόβλημα. Στο περιθώριο της πράξης γέννησής σας είναι σημειωμένος και ο θάνατός σας. Ένα μήνα μετά. Τι είναι αυτά ρε Βαγγέλη. Τι λες, του είπε ο πατέρας του, μη πιστεύοντας στα όσα άκουγε. Εγώ; Τι να πω, του είπε ο ληξίαρχος. Τα χαρτιά μιλάνε. Θα σας στείλω δυο αντίγραφα.
        Σε δυο μέρες ο πατέρας του πήρε τα αντίγραφα που του έστειλε ο ληξίαρχος. Με εκείνα τα γράμματα της πένας που αλλού παχιά αλλού λεπτά, αναγγέλλανε τη γέννηση και το θάνατο του. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ανάτρεξε πάλι στις ιστορίες της μητέρας του της Αγγελικής για το πότε, πού και με ποιες συνθήκες γεννήθηκαν αυτός και ο Σωτήρης, ο δίδυμος αδερφός του. Μάλιστα, σκέφτηκε μέσα του. Δηλαδή είμαι ο Σωτήρης.
       Έκτοτε κουβαλούσε και διακωμωδούσε την ανύπαρκτη ύπαρξη της αφεντιάς του, που βεβαίως η ληξιαρχική αυτή πράξη τού ανέβαζε την ηλικία κατά ένα χρόνο, που ναι μεν τότε το είχε πάρει αψήφιστα, όμως όσο μεγάλωνε ένιωθε αυτόν τον χρόνο βαρίδιο στη πλάτη του και δικαιολογία για τους πρόσθετους πόνους που ένιωθε μετά την ανακάλυψη της πραγματικής του ηλικίας. Κι όταν παλιότερα ανάμεσα στις οικογενειακές τους ιστορίες προσπαθούσε να θυμηθεί τις διηγήσεις της μάνας του για το πότε ακριβώς γεννήθηκαν όλοι τους και κάτω από ποιες συνθήκες εκείνα τα δύσκολα χρόνια, η Αγγελική ξεκινούσε να ψάχνει τις ημερομηνίες όχι με τα ημερολόγια, αλλά με γιορτές αγίων και νηστείες, όμως για ένα πράμα ήταν ξεκάθαρη. Καλοκαίρι, του έλεγε του πατέρα του γεννήθηκες. Όχι Χειμώνα. Άσε τι λέει η ταυτότητά σου. Εκείνα τα χρόνια ο πατέρας σου ούτε ήξερε τι δήλωνε στο ληξίαρχο, αφού πήγαινε μήνες μετά να σας δηλώσει, κι αυτό πάλι δεν είναι τόσο σίγουρο. Να φανταστείς, ο Χρήστος ούτε καν φαινότανε πως ήταν γεννημένος στο ληξιαρχείο του χωριού, όπως και η Μαρία, που πέθανε μια βδομάδα μετά τη γέννα της, δεν είχε δηλωθεί ούτε κι αυτή. Είχε βαρεθεί φαίνεται να δηλώνει ο πατέρας σου και να τρέχει κάθε τρεις και λίγο στον ληξίαρχο. Καλοκαίρι γεννήθηκες. Τέρμα. Γεννήθηκε πρώτα ο Σωτήρης και μετά εσύ. Βράδυ ήτανε θυμάμαι και τρέχαμε να βρούμε τη μαμή, που εκείνη τη νύχτα ξεγεννούσε αλλού και την περιμέναμε. Μετά από μια ώρα γεννήθηκες κι εσύ. Κι όταν επάνω στο μήνα πάθατε και οι δύο διφθερίτιδα και σας φορτώσαμε στο κάρο για να σας πάμε στην Καρδαμίλη στον γιατρό, είκοσι χιλιόμετρα δρόμος, αφού σας βαφτίσαμε άρον άρον για να πάει η ψυχούλα σας στον παράδεισο με όνομα, στο δρόμο πέθανε ο Σωτήρης. Τι τα θες, δύσκολα χρόνια. Μην τα ψάχνεις, του έλεγε κάθε φορά που τελείωνε τέτοιες ιστορίες. Τότε δεν είχανε τα σόου που έχουνε σήμερα οι θάνατοι. Τύλιξα σε ένα τσουβάλι τον Σωτηράκη, αυτόν για τα σανά που τρώγανε τα ζώα και στον γιατρό εμφανίσαμε μόνον εσένα, από έναν αόριστο φόβο για το τι μπορούσε να μας συμβεί. Εγώ έμεινα στο κάρο έχοντας αγκαλιά τον αδερφό σου και περίμενα. Ώρες περίμενα. Ή τόσο μου φάνηκε. Και τα μάτια μου τρέχανε συνέχεια. Δεν ήξερα γιατί έκλαιγα. Για το θάνατο του Σωτήρη ή για την αδικία που μοίραζε ο Θεός θανάτους και ζωές, έτσι ανάκατα στη βιασύνη του να τα φέρει βόλτα. Εσείς οι αρσενικοί δεν τα καταλαβαίνετε αυτά τα πράγματα. Νομίζετε ότι η ζωή είναι μόνο δουλειά και καφενείο. Ως που γύρισε ο πατέρας σου και ξεκινήσαμε χαράματα για το χωριό. Και πριν καλά καλά ξυπνήσουνε οι χωριανοί, πήραμε παραμάσχαλα τον παπά και το θάψαμε το μωρό κάπου παράμερα χωρίς σταυρό, χωρίς τίποτα. Κι εκεί πάντοτε βούρκωνε. Σταματούσε το μονόλογο και κοιτούσε αφηρημένα απέναντι με το μυαλό της να μπαίνει βαθιά σαν σφήνα στο χρόνο, να αναλογίζεται τα τούτα και τα εκείνα, μιας ζωής δύσκολης που την έκανε ακόμα δυσκολότερη ο χαρακτήρας του άντρα της. Ούτε και τη Μαρία είχαμε δηλωμένη, που γεννήθηκε ένα χρόνο μετά από σένα και πέθανε πάνω στη βδομάδα, έχοντας κι αυτή βιαστικά βαφτίσια και βιαστικότερο θάνατο. Τόσα παιδιά, μονολογούσε, που να προλαβαίνεις και τα ληξιαρχεία, ρίχνοντας πάντα την ώρα του σχολίου της ένα φαρμακερό βλέμμα στον άντρα της, για να του θυμίσει την ανικανότητα του για πράγματα που είναι οριοθετημένα στις αρμοδιότητες των αρσενικών. Εκείνα τα χρόνια οι γεννήσεις δεν ήτανε και τίποτα ξέχωρο στα μυαλά των αντρών, έλεγε καρφώνοντας ξανά τον άντρα της. 
         Πίσω στα δικά μας. Βλέποντας ο πατέρας του πως ξύπνησε, άρχισε ιστορίες του γιού του να τις ακούει και η Σόνια για να μπει πιο εύκολα στη ζωή τους, τότε που μικρός έτρωγε τις βανίλιες κρυφά, που αργούσε να μιλήσει και η μάνα του τον έτρεχε σε ευχέλαια κι όταν άρχισε πια να μιλά και δεν σταματούσε, τον ξανάτρεχε πάλι σε ευχέλαια να σταματήσει (προφανώς αστειευότανε), το γράμμα που τους άφησε, όταν δώδεκα χρονών σκατό, θυμωμένος από μια ηχηρή σφαλιάρα του πατέρα του,  σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι του, για να πάει λέει στα καράβια. Το μόνο περιβάλλον που καταλάβαινε τον πόνο του.
        - Το έχω κρατημένο το σημείωμα, του είπε. Θα σου το δώσω όταν θα γυρίσουμε στο σπίτι.
        Ο ηγούμενος τέλειωσε το μυστήριο βιαστικά κι άχαρα σαν να τους μάλωνε. Πού να χωνέψει η αγιοσύνη του τέτοιους στραβούς γάμους. Ας είναι καλά η δωρεά που έταξε ο Παύλος Δημαράς στο μοναστήρι. Κι έπειτα στο γυρισμό ο πατέρας του να επιμένει να τον φέρει στη Θεσσαλονίκη.
        - Τι γυρεύεις βρε παιδί μου μέσα στα άγρια βουνά και στα χιόνια. Σε ποιόν να πεις εκεί μια κουβέντα. Κι αν δεν την μπορείς την τάξη (έτσι, λίγο δειλά ακούμπησε την αρρώστια του), θα κοιτάξω να μπεις σε γραφείο στη Διεύθυνση. Ο Δημαράς του έκοψε τη φόρα όσο μπορούσε πιο ευγενικά.
         - Μην επιμένεις, του είπε. Είμαι μια χαρά. Το δάσος και οι Ζαγοριανοί είναι η καλύτερή μου γιατρειά.
        Φτάσανε στη Θεσσαλονίκη αργά το μεσημέρι και καθίσανε σε μια παραλιακή ταβέρνα, κι έπειτα στο σπίτι να προλάβει τις συγκοινωνίες για την Ζαγορά. Αγκαλιαστήκανε.
        - Στο καλό του είπε η Σόνια. Να ξέρεις ότι εδώ είναι το σπίτι σου κι ό,τι θελήσεις κάνε μου ένα τηλέφωνο. Άσε τον πατέρα σου. Αυτός έχει δυο χρώματα μόνο στο μυαλό του. Το άσπρο και το μαύρο.
         Λόγια που του αρέσανε ώστε να τη σφίξει περισσότερο στην αγκαλιά του. Στο χωριό έφτασε αργά και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του. Στην Ελπίδα δεν είπε ότι θα γυρνούσε αμέσως μετά την παντρειά. Ήθελε να μείνει μόνος μια τέτοια σημαδιακή μέρα, μέλος κι αυτός μιας καινούριας οικογένειας, όπου το αστείο και το περίεργο γυρνούσανε στο μυαλό του με αποτέλεσμα, πολύ αργά τη νύχτα, να κοιμηθεί κεφάτος ως άρτι γεννηθέν βρέφος από τη νυφική παστάδα της κρεβατοκάμαρας του πατέρα του και της συζύγου του. Μέχρι εκεί έφτανε το άρρωστο μυαλό του.



Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012



Αποσπάσματα από το τρίτο μυθιστόρημα ΟΙ ΑΤΑΦΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΒΛΑΠΤΟΥΝ στις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ

Σχεδόν κάθε βράδυ ο Λυκούργος περιφερότανε στα δρομάκια της πάνω πόλης κι ανεβοκατέβαινε σε ταβέρνες και αγορές. Καπάνι, Δόμνα, Τσιμισκή, Καυταντζόγλειο. Έπαιρνε την ανηφόρα της Επταπυργίου κι από τις δασωμένες μασχάλες του Σέιχ Σου χωνότανε βαθιά μέσα της και την απολάμβανε στα δεκαεννιά του χρόνια. Ανακάλυψε πολύ απλά και ξεκάθαρα ότι η ζωή είναι αφάνταστα ωραία όπως κι αν την έβλεπε κανείς και βάλθηκε να τη ζει όσο μπορούσε περισσότερο. Παρατούσε το διάβασμα και σαν να το χρωστούσε στον εαυτό του, έριχνε μέσα σε μια  γαλάζια τσάντα της Κατράντζος Σπορ το μαγιό του, ένα μακό μπλουζάκι, μια πετσέτα και τσιγάρα, πολλά τσιγάρα κι έτρεχε στη παλιά παραλία μαζί με τον Τάσο για να πάρουνε το καραβάκι της γραμμής για την Αγία Τριάδα. Τα μεσημέρια μετά το φροντιστήριο έπιανε την Τσιμισκή και κατέβαινε μέχρι το βιβλιοπωλείο του Μόλχο, βλέποντας από τους κάθετους δρόμους της παραλιακής τα αργά και μεγαλόπρεπα καράβια φορτωμένα με λιπάσματα ή μινεράλια, να χάνονται σιγά σιγά στην ανοιχτωσιά της θάλασσας. Άλλες φορές παρατούσε στα ξαφνικά το διάβασμα - όλο το παρατούσε - και κατέβαινε στη νέα παραλία. Κι εκεί, καθισμένος με τις ώρες, φόρτωνε την ψυχή του σε όποιο καράβι έβλεπε να φεύγει και να ξανοίγεται με ρότα την ανατολή κατά προτίμηση, αλλά μηδέ εξαιρουμένων και των χωρών της Αφρικής.

Από την κουπαστή της ΑΡΙΑΔΝΗΣ, καπνίζοντας τη βαριά ξύλινη πίπα μου, θα βλέπω το λοστρόμο που μαζί με τους δυο πακιστανούς, μαλώνανε από ώρα με μια μπερδεμένη κουλούρα σχοινί. Ανάσανα όσο μπορούσα πιο βαθιά μέσα στο χρόνο ενός ακόμα μακρινού ταξιδιού και κοίταξα την ανοιχτή θάλασσα. Κόλπος του Άντεν, Βομβάη και τέλος, μετά από τα στενά της Σουμάτρας, στα αχανή πελάγη του Ειρηνικού και στη Γιοκοχάμα. Ύστερα θα κατέβω τα λίγα σκαλιά της γέφυρας και θα προχωρήσω προς την πρύμνη του πλοίου. Ο ήλιος είχε βυθισθεί σχεδόν από ώρα στη θάλασσα αφήνοντας λίγα φλογισμένα σύννεφα που σβήνανε σιγά σιγά από το βαθύ κόκκινο προς το σκοτάδι της νύχτας. Θα δω τον Αρκάν, το γάτο του πλοίου, να κουβαλά έναν λαφιά που ακόμα σπαρταρούσε δαγκώνοντάς τον στο λαιμό. Φίδι στο πλοίο. Άλλο πάλι και τούτο. Από μακριά θα δω τρεις από το τσούρμο να με πλησιάζουνε δειλά και με σεβασμό τσαλακώνοντας τις σκούφιες στα χέρια τους.
- Καπετάν Λυκούργο, θα μου πει ο μπαρμπα Μιχάλης, ο πιο κοντός και μεγαλύτερος από τους τρεις. Το πλοίο γέμισε φίδια. Μέχρι και στου μαρκόνι βρήκανε μιαν οχιά να κάθεται ζαλισμένη πάνω στο βιβλίο με τα σήματα.  Μπήκανε μαζί με το σιτάρι. Εγώ ο ίδιος έβλεπα τις μηχανές να χύνουνε το σιτάρι στη κοιλιά του πλοίου. Κι έτσι όπως έπεφτε κι άπλωνε στ’αμπάρι, τα 'βλεπες να αναδεύονται από παντού και να κάνουν ανάκατα κύματα σαν τη θάλασσα. Φίδια. Πολλά φίδια καπετάνιο. Σε έψαχνα την ώρα που αδειάζανε το σιτάρι για να σου το πω αλλά έλειπες στα γραφεία. Για την ώρα, κλείσαμε όλα τα στεγανά. Θα χαμηλώσει τα μάτια του και θα αρχίσει να κομπιάζει. Και λένε, ξέρεις, αυτοί που ερμηνεύουν τα αλλόκοτα, φίδι σε πλοίο σημαίνει σκαρί με ρότα το Θάνατο.
- Μπαρμπα Μιχάλη, ξεμωράθηκες μου φαίνεται. Θα του πω. Κι ούτε που θ’ αφήσω εγώ το σιτάρι ν’ανάψει κλείνοντας τα στεγανά. Ανοίχτε τα και πες στο λοστρόμο τονε θέλω. Τώρα.
Θα κατέβω τα σκαλιά και θα τραβήξω για την καμπίνα μου. Σε λίγο θα ακούσω πίσω μου τη φωνή του Λευκαδίτη λοστρόμου.
- Με ζήτησες καπετάν Λυκούργο;

    Δίπλα του κάθισε ένα ζευγάρι μασουλώντας κι ανοίγοντας χαρτοσακούλες
    κόβοντάς του την ιστορία στα μισά.

…………………………………………………………………………………………

Για να περάσει τον ατέλειωτο χρόνο του ταξιδιού προσπάθησε να κάνει πάλι τους απολογισμούς του. Δεν του βγαίνανε. Ανάτρεξε στα τελευταία γεγονότα της Ιωάννας. Εύρισκε πως δεν μπορούσαν όσα έγιναν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο. Ο αρραβώνας ήταν η πιο φυσική απόληξη αυτού του δεσμού. Τι σκατά θα είχε μαζί μου, σκέφτηκε, που ποτέ δεν σταυρώθηκα για χάρη της. Άλλαξε πλευρό. Έκλεισε τα μάτια του κι έμεινε μόνος με το μονότονο θόρυβο της μηχανής.

Σε λίγο θ’ ακούσω πίσω μου τη φωνή του Λευκαδίτη λοστρόμου.
- Με ζήτησες καπετάν Λυκούργο;
- Πες ν' ανοίξουνε τα στεγανά, ανέβασε ακόμα δυo κόμπους το πλοίο και πες του τιμονιέρη να κρατά πορεία με τον Σήρειο. Ο μπαρμπα Μιχάλης μου είπε ότι το πλοίο γέμισε φίδια από το σιτάρι της Θεσσαλονίκης. Δες το κι εσύ κι αν αληθεύει βλέπουμε.
Ο λοστρόμος θα φύγει σκεφτικός κλείνοντας  την πόρτα. Θα βάλω σ' ενα τσίγκινο κύπελλο ουίσκυ, θα βγάλω τις μπότες μου και στο μικρό τρανζιστοράκι που μου χάρισε η Μάρτα από το Μακάο, θα ψάξω να βρω τραγούδια γιατρικά για το καινούριο μου ταξίδι. Ο ήχος από τις μηχανές του πλοίου θα αρχίσει να με κοιμίζει σιγά σιγά. Θα βρεθώ και πάλι αγκαλιά με την Ιωάννα σ' ένα απόκρυφο λιμανάκι έξω από το Στρατώνι της Χαλκιδικής. Το πρωί μαζί με τον καφέ ο καμαρότος θα μου φέρει και τα χαμπέρια της νύχτας.
           - Μου είπε, λέει, ο λοστρόμος να σου πω πως έχουμε πήξει στα φίδια και σου ζητά την άδεια να σκορπίσει παντού γάλα με βόρακα.
Θα συμφωνήσω κοιτώντας έξω από το φινιστρίνι τη θάλασσα.
- Να βάλει παντού και πες να ξεκινήσουνε να βάφουνε από τη μάσκα.
Πριν τον διώξω θα θυμηθώ τον Αρκάν.
- Και, πού’σαι, τον γάτο να τονε κλείσουνε στο αποθηκάκι με τα σήματα. Μη μαζί με τα φίδια χάσουμε και τον Αρκάν.
Έξω μια χυμένη παντού γκρίζα συννεφιά ένωνε ουρανό και θάλασσα κάνοντας την ΑΡΙΑΔΝΗ μια ζωγραφιά μικρή σαν ψείρα πάνω σε παιδικό μπλοκ ζωγραφικής, όπου μόνο τα πιτσιρίκια μπορούνε και χωράνε το άπειρο. Θα ρίξω μια ματιά στον καιρό από το τηλέτυπο που ακόμα κροτάλιζε με τα μηχανικά του δοντάκια έναν ζεστό σιρόκο στα ανοιχτά του Λιβυκού  και ανεβαίνοντας στη γέφυρα, θα δώσω εντολή στο γραμματικό να μαζέψει το πλήρωμα στη τραπεζαρία. Θα αλλάξουμε λίγες κουβέντες με τον τιμονιέρη για τα σινιάλα περιμένοντας να μαζευτούνε όλοι στη σάλα. Από την πλώρη θ' αρχίσει σιγά σιγά ν' ανεβαίνει μια ομίχλη που θα τυλίξει το πλοίο για τα καλά.
- Κράτα αναμμένα τα πλευρικά και χτύπα τη σφυρίχτρα κάθε τέταρτο.
Ύστερα θα κατέβω στη τραπεζαρία.
- Παλικάρια, θα τους πω. Το πλοίο έχει γεμίσει φίδια από το σιτάρι που βάλαμε. Πώς και τι, δεν είναι της ώρας. Ο λοστρόμος θα σκορπίσει παντού γάλα με φαρμάκι. Εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να προσέχετε για τον εαυτό σας. Όχι γυμνά πόδια και πριν ξαπλώνετε θα ψάχνετε κουκέτες και στρωσίδια. Αυτά.
Τις επόμενες μέρες και μέχρι που θα βγούμε από τον Περσικό, θα πετάμε με τα φτυάρια ψόφια φίδια από το φαρμακωμένο γάλα. Ο Αρκάν θα νιαουρίζει όλον αυτό το καιρό με παράπονο κλεισμένος στο αποθηκάκι, μακριά από το γλέντι του κυνηγιού που του το στερήσανε. Τη Κυριακή το πρωί θα μου φέρουνε τα πρώτα κακά μαντάτα. Ο μπαρμπα Μιχάλης θα μπει αλαφιασμένος στη καμπίνα μου.
- Τρέχα καπετάνιο. Ο μάγειρας τουμπάνιασε και ψήνεται στο πυρετό.
Θα κατέβω γρήγορα στη κουκέτα του και θα τον βρω να τρέμει από τον πυρετό με το αριστερό του πόδι τουμπανιασμένο. Θα χαθεί αρκετή ώρα μέχρι να βρω τα σημεία που τον δαγκώσανε τα φίδια, ώστε να του κάνω την τομή για να φύγει το χαλασμένο αίμα. Ο μάγειρας θα παραμιλά στη γλώσσα του θανάτου μπουκωμένος από άγνωστες για όλους μας λέξεις. Θα μπήξω βαθιά το μαχαίρι μου στην αριστερή του γάμπα και θ' αρχίσει  να τρέχει ένα πηχτό σχεδόν μαύρο αίμα.
- Δεν τον βλέπω να τα καταφέρνει, θα μουρμουρίσει ο λοστρόμος που έφτασε κι αυτός λίγο αργότερα. Πρέπει να τον δαγκάσανε από νωρίς το βράδυ στον ύπνο του.
Θα περιμένουμε ανήμποροι το τέλος του. Στο λίγο και μουντό φως που έμπαινε από το φινιστρίνι, οι σκιές πήρανε να μεγαλώνουν, αλλάζοντας ανεπαίσθητα θέση με το κούνημα του καραβιού.
- Θα' χουμε καιρό. Άκουσα πίσω μου τον μπαρμπα-Μιχάλη, που από την ώρα που έμαθε το κακό, έπιασε τους ψαλμούς και τους δυνάμωνε σιγά σιγά όσο η ψυχή του μάγειρα ετοιμαζότανε για το ταξίδι της. Πάνω από το προσκέφαλο του θα δω να λείπει ο Άγιος Νικόλαος που από την πρώτη μέρα που είχε μπαρκάρει ο μάγειρας μαζί μας, τον είχε κολλήσει από παντού και καλά με ψαρόκολλα.
Θα ξεψυχήσει λίγες ώρες αργότερα χωρίς να συνέλθει. Θα ζητήσω να μου φέρουνε καθαρά σεντόνια και θα βάλω να τον τυλίξουνε καλά, με τον μπαρμπα-Μιχάλη να συνεχίζει τους ψαλμούς του, αφού νόμιμα πια πήρε τη θέση του νεκροπομπού. Θα τον βάλουμε στο ψυγείο μέχρι τη Γιοκοχάμα. Κι από κει στη πατρίδα. Νάχουνε οι δικοί του ένα σώμα να κλάψουνε. Και στο κάτω κάτω μια απόδειξη ότι πέθανε. Κουφάρι που δεν το βλέπεις μπροστά του για να το κλάψεις, δεν σβήνει τον πόνο του θανάτου αν δεν θαφτει μαζί με το νεκρό.
Ο καιρός άρχισε να γυρίζει άσχημα κι ένας παλαβός τραμουντάνας έκανε τις αντένες να σφυρίζουν αδιάκοπα κι ανάλογα με την ένταση του ανέμου. Κύματα βουνά αρχίσανε να χτυπάνε τα πλαϊνά του πλοίου. Με δυσκολία θ' αρχίσω να ανεβαίνω τη γέφυρα. Κι εκεί δίπλα στη μπούκα του αέρα θα δω τον άγιο να κάθεται στηριγμένος στο μακρύ στραβό ραβδί του και να με κοιτά με πύρινα μάτια. Θα θυμώσω.
- Τι σας έφταιξε ο μάγειρας, θα του πω. Ποιός έχει τώρα σειρά να πληρώσει. 
 - Καπετάνιε, μην τα βάζεις με το Θεό. Ό,τι γίνεται, γίνεται για τη δόξα Του. Μετακίνησε τη ξύλινη μαγκούρα του πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου, χαράσοντας περίεργα σχήματα, κι έπειτα γυρνώντας πάλι σε μένα. Ο φόβος και η απόγνωση τρέφουνε τη δόξα Του καπετάνιο. Οι συμφορές κάνουνε το μεγαλείο Του κι έτσι θρέφονται τα θεία. Σηκώθηκε και χτυπώντας σαν καμπάνα το ραβδί του στο μεταλικό πάτωμα απομακρύνθηκε. Πριν χαθεί πίσω από τους γερανούς, γύρισε και
 - Αυθαδίασες, μου είπε. Δεν μιλάνε έτσι σε άγιο. Και για να το νιώσεις στο πετσί σου, θ'ακολουθήσουν κι 'αλλα.
 Θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας μέχρι τη Γιοκοχάμα κι έπειτα θ'αρχίσουνε οι συμφορές που υποσχέθηκε. Ο μαρκόνης αφού για μια βδομάδα θα κάθεται καθημερινά και με τις ώρες έξω από τα κλουβιά με τους πίθηκους, θα φουντάρει στη θάλασσα και θα πνιγεί. Ο μπαρμπα Μιχάλης θα φύγει σαν τρελός για την πατρίδα μετά από ένα τηλεγράφημα που τούγραφε για το θάνατο του μοναδικού του εγγονού. Τέλος - για την ώρα - ο σενεγαλέζος θερμαστής, αποταγμένος βραχμάνος γιατί πιάστηκε να κλέβει τα τάματα των πιστών, θα αυτοκτονήσει και θα τον βρούνε κρεμασμένο απο τα δοκάρια του ταβανιού στην ορθόδοξη εκκλησία της αγίας Κυριακής στη Γιοκοχάμα.  
……………………………………………………………………………………
Στου Λεβέντη κάνανε στάση για φαγητό. Βρήκε ένα τηλέφωνο και τηλεφώνησε στις δίδυμες, με πρόφαση πως κάτι ξέχασε να πει στους δικούς του, αλλά στη πραγματικότητα για να έχει περισσότερες πληροφορίες από τους αρραβώνες. Το σήκωσε η Λένα. Ό,τι είχε να πει τα είπε και γυρόφερνε τα λόγια του για να ακούσει από κείνη αυτά που περίμενε. Η Λένα ή δεν κατάλαβε τις αγωνίες του ή και το κυριότερο, μια και δεν είχε τίποτα να προσθέσει πάνω σ’ αυτά που αυτός περίμενε, ήταν τρία πουλάκια κάθονταν. Βιάστηκε να την αποχαιρετήσει με πρόσχημα την κόρνα κάποιου λεωφορείου. Μπαίνοντας μέσα για να πάρει ένα σάντουιτς αναρωτήθηκε αυτό που από χρόνια έπρεπε να είχε βγάλει ως συμπέρασμα. Τι διάολο, δεν υπήρξα ποτέ σ’ αυτή την ιστορία;
Κατά τις πέντε και μισή θα μπούνε στο σταθμό λεωφορείων της Κηφισού. Θα πάρει ένα ταξί και θα ξεκινήσει για την ακτή Φρεαττύδας, από όπου θα τους μάζευαν όλους μπροστά από το Ναυτικό Νοσοκομείο για να τους πάνε στη Σαλαμίνα στο κέντρο εκπαίδευσης Παλάσκα. Ο ταξιτζής που τον πήγαινε έσκαγε για κουβέντα.
- Τι έγινε πατρίδα, παρουσιαζόμαστε;
Τον άφησε να μιλά συνεχώς αντιδρώντας στα λεγόμενα του με τους γνωστούς κοφτούς του ήχους που τους είχε έτοιμους όταν ήθελε να κατεβάσει τα ρολά του μυαλού του για να ασχοληθεί με τα δικά του. Φτάνοντας στη Φρεαττύδα μαζί με τη διαδρομή θα τελειώσουν και τα λόγια του ταξιτζή.
- Ένα να ξέρεις, θα του πει. Ο στρατός είναι σαν τις πουτάνες. Όλοι πηγαίνουν αλλά κανείς δεν μένει μαζί τους, αφήνοντάς τον με μια έντονη περιέργεια για το τι του έλεγε πιο πριν, όταν ο ίδιος βρισκότανε αλλού με τις σκέψεις του και που οπωσδήποτε θα είχαν ενδιαφέρον και θα πλούτιζαν τη συλλογή του Θάνου.
Στη Φρεαττύδα ήτανε μαζεμένα περίπου τριακόσια άτομα. Ξεχώρισε πολύ λίγους στην ηλικία του. Θα καθίσει παράμερα σ’ ένα πεζούλι που χώριζε το δρόμο από τη θάλασσα. Μπροστά του τα νερά που είχανε απομείνει από μια δυνατή βροχή αντικατόπτριζαν ανάποδα το Ναυτικό Νοσοκομείο, σπάζοντάς το σε χίλια κομμάτια από το ελαφρό ρίπισμα του αέρα. Με ελεεινή ψυχική διάθεση θα καπνίζει συνεχώς. Δίπλα του θα ακούει εικοσάχρονους γαβριάδες, που θέλοντας από την αρχή να καθορίσουνε τα όρια της δικαιοδοσίας τους όσο πλατύτερα μπορούσαν, θα μεγαλύνουν τα λεγόμενά τους μέχρις υπερβολών, θα αντρειεύονται στο ναυτικό τέρας πριν ακόμα το γνωρίσουν και γενικώς θα αποπνέουν φιγούρες βαθιά νυχτωμένες για το τι τους περίμενε. Αισθάνθηκε ξαφνικά αδύναμος μπροστά στους μηχανισμούς που τον ανάγκαζαν να παρατήσει ξαφνικά τη ζωή του και να στρατευτεί για δυό χρόνια, υπηρετώντας κάτι που βρισκότανε έξω από κάθε λογική. Κατέφυγε στον απάνεμο και γλυκύτατο όρμο των φίλων του.

Καθότανε απέναντι σε ένα μικρό καφενείο πνιγμένο στο πράσινο και στα γάργαρα νερά και περνούσανε ζάχαρη. Ο Χάρης μ’ ένα κοντό φανελάκι κατάσαρκα προσπαθούσε μαζί με τον Γιαμαλίδη να πιάσουν έναν κόκορα που τον είχανε στριμώξει στη γωνιά της αυλής. Ο Νικηφόρος έχοντας δίπλα του την ξανθιά του Πιγκάλ, σήκωσε το ποτήρι του με τη ρετσίνα και μου ευχήθηκε από μακριά καλός πολίτης. Ύστερα γύρισαν όλοι κι αρχίσανε να με χαιρετάνε με γέλια και χαρές. Ήτανε σαν να βρισκόμουνα πάνω σ’ ένα βαγόνι κι έφευγα για ταξίδι. Ο Κατσάνης χάθηκε γρήγορα μέσα στο καφενείο και σε λίγο βγήκε μαζί με τους ήχους του παλιού ρεμπέτικου
Το μίσος του κόσμου με δέρνει σκληρά
και φεύγω μανούλα στα ξένα
Για σένα, μου φώναξε. Για σένα. Καλό σου ταξίδι. Ύστερα πήγε γρήγορα με τους άλλους κι αγκαλιάζοντας τη Σωτηρία Μπέλλου, αρχίσανε να τραγουδάνε όλοι μαζί. Ο Θάνος με τη Βασιλική καθισμένοι σε μια γωνιά, συζητούσαν τα όσα είχανε σταματήσει στη ταβέρνα του κυρ Ζαφείρη. Η Ναυσικά με την Κάτια προσπαθούσαν να τραγουδήσουνε, αλλά η χοντρή και φάλτσα φωνή της Κάτιας έκανε τη Ναυσικά να βάζει τα γέλια. Και στην άκρη, εκεί που σμίγανε τα νερά με τα αγριόχορτα, ο κυρ Απόστολος, έχοντας ριγμένη την καρό πετσέτα του στον ώμο, καθότανε στο τελευταίο τραπεζάκι του καφενείου κι έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ του, ρίχνοντάς μου κλεφτές ματιές. Ύστερα γύρισε στους υπόλοιπους, δείχνοντάς τους με μια κίνηση του κεφαλιού του.
- Έτσι έρχονται πάντα και μου τα κάνουν γυαλιά καρφιά, παραπονέθηκε τρυφερά καμαρώνοντάς τους.

Τον συνέφερε η κόρνα ενός φορτηγού που χτυπούσε ρυθμικά όσο προσπαθούσε να διαβεί ανάμεσα από το πλήθος που περίμενε. Χωρίς κι ο ίδιος να αναγνωρίζει τις κινήσεις του, θα βγάλει το σημείωμα της Ιωάννας, θα το κάνει με αργές κι αφηρημένες κινήσεις ένα μικρό χάρτινο βαρκάκι και θα το αφήσει στα λιμνάζοντα νερά, βλέποντάς το να χορεύει γερμένο μονόμπαντα στους αναπαλμούς του νερού που το ρυτίδωνε ο τσουχτερός αέρας. Έπειτα θα αγοράσει από το κοντινότερο περίπτερο μια κόλλα χαρτί κι ένα φάκελο. Θα γράψει με βιαστικά και μεγάλα γράμματα, Καλή αντάμωση, θα διπλώσει την κόλλα και θα τη βάλει μέσα στο φάκελο. Ψάχνοντας γύρω του θα τον κολλήσει και θα γράψει τη διεύθυνση του σπιτιού του στις Σέρρες. Θα φτάσει μέχρι την αυλή του Ναυτικού Νοσοκομείου και θα το πετάξει στο χαλικόστρωτο διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδο.
Κατά τις εφτά και μισή είδε να έρχονται από το βάθος της παραλιακής τέσσερα μεγάλα λεωφορεία με το σκούρο μπλε χρώμα του πολεμικού ναυτικού και να σταματάνε με θόρυβο στο κύριο όγκο των νεοσύλλεκτων, που αρχίσανε να ανεβαίνουνε με σκουντιές και με τους πιο ξεθαρρεμένους να χαχανίζουν με τα ίδια τους τα αστειάκια. Ένας χοντρός σαραντάρης αρχικελευστής που προσπαθούσε να τους βάλει σε μια τάξη, τα παράτησε γρήγορα και τους άφησε να ζορίζονται, κοιτώντας τους με ειρωνεία και μονολογώντας πότε πότε.
-         Από αύριο αρχίζουνε τα δύσκολα παλικάρια μου. Από αύριο.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ



Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ

Απόσπασμα


Η Άνκα ζύγιζε και ξαναζύγιζε το αλεύρι στη μικρή τσιγκελωτή ζυγαριά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νούμερα για να πετύχει η πίττα που ετοίμαζε στην εγγονή της. Δεν τα κατάφερνε κι άρχισε να τα βάζει με τον εαυτό της, που τώρα τελευταία δυό νούμερα μαζί δεν μπορούσε να συγκρατήσει και μπέρδευε γραμμάρια και δόσεις, όταν τις μπαίνανε στο νου άλλα πράματα σοβαρότερα από το πλάσιμο μιάς ζύμης, όπως τα κακά όνειρα της νύχτας που πέρασε.
Διότι δεν είναι μικρό πράγμα να σε κυνηγάει ο Χάρος, φορώντας ριγωτή πιτζάμα παρακαλώ και βαδίζοντας μάλιστα στους τοίχους - κι όχι στο πάτωμα όπως είναι το σωστό, με το δικαίωμα που δίνουνε τα όνειρα φαίνεται - και να σου φωνάζει από μακριά κρατώντας το μπλάστρι της κουζίνας, αυτό που σε λίγο είχε σκοπό να πλάσει την πίττα της, ομοιοπαθητικά φερόμενη στα όνειρά της, το κακό με το κακό να πολεμάει, και το μπλάστρι του Χάρου με το μπλάστρι το δικό της, προκειμένου να ξορκίσει τα πράματα και να της φωνάζει από μακριά,
- Τι θα γίνει με σας. Αυτόν που μας κουβαλήσατε, ο Τερζής ντε, όλο φασαρίες και μουγκρητά είναι στον ύπνο του και δεν αφήνει κανέναν να κοιμηθεί με την ησυχία του, όλο γιατί και γιατί είναι και θέλει λέει να γυρίσει απαξάπαντος, γιατί δεν απόσωσε να κάνει κάτι το σημαντικό, λες και οι άλλοι βολεύονται εκεί που τους έχουμε.
Άκου να δεις τώρα πώς μας βγαίνουνε τα όνειρα, μουρμούρισε θυμωμένη ανακατώνοντας το αλεύρι στη μικρή ξύλινη σκάφη και προσθέτοντας με το μαστραπά νερό, όποτε ξαναθυμότανε τα αλλόκοτα της νύχτας. Σούπα θα το κάνω, γρύλισε τελικά προσθέτοντας κι άλλο αλεύρι στο μείγμα, που σαν το μυαλό της κι αυτό νερούλιαζε ή έσφιγγε κατά το δοκούν κι ανάλογα με το πώς μας πασπάλιζε με τα αλεύρια του ο Ύψιστος από ψηλά, κάνοντας κι αυτός τα δικά του κουρκούτια, που από τότε που τα πρωτοέπλασε, ψυλλιάστηκε πως τα έπλασε λάθος, δεν δικαιολογούνται δα αλλιώς τόσα στραβά στην οικουμένη.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούσε η άμοιρη να κρατήσει μακριά τις κακές μαντείες, που της δίνανε τα όνειρα εκεί που δεν το περίμενε. Να μην τολμάς να κοιμηθείς δηλαδή και να καταπιάνεσαι με τον Θεό κάνοντάς τον γείτονά δικό της, συγκάτοικό και μπατζανάκη της εν ανάγκη, προκειμένου να ξεχάσει τα όσα την πονούσανε και τα όσα ντε και καλά από μικρή ήθελε να ερμηνεύει όταν έβλεπε ανάλογους με τον χτεσινό εφιάλτες.
Πρέπει να της τηλεφωνήσω, μουρμούρισε ξύνοντας τις ζύμες με ένα μαχαίρι από τις παλάμες της. Τώρα κιόλας. Δεν είναι δυνατόν να μου’ ρχεται ο Χάρος αυτοπροσώπως στα όνειρά μου κι εγώ να πλάθω πίττες. Ήτανε νωρίς και η μικρή θα αργούσε ακόμα να γυρίσει από το σχολείο. Σκέπασε τη ζύμη με μια πετσέτα, πήρε το πορτοφόλι της από το μικρό εικονοστάσι της κρεβατοκάμαρας, θέση που νόμιζε ότι κανείς δεν θα τολμούσε να πλησιάσει, κοίταξε ύποπτα την επιστολή μήπως για όλα έφταιγε αυτή, έριξε μια άγρια ματιά στους άγιους που συνωστιζότανε στο μικρό για την αξία τους χώρο, για το τι της φορτώσανε πάλι μεσημεριάτικα και πήρε το δρόμο για το τηλεγραφείο. Όλα ήτανε απαράλλακτα όπως τα είχε αφήσει την προηγούμενη φορά. Τριάντα δύο μέρες. Μάλιστα. Ακριβώς τριάντα δύο. Πόσες έχω να μετρώ ακόμη, μουρμούρισε.
Έδωσε το νούμερο στην υπάλληλο κι έκατσε να περιμένει με το νου της στην Ραλούκα και στη χώρα της. Χώρα χρονίως επιθυμητή πλην όμως απαγορευμένη, όχι τόσο από τις οικονομικές της δυνατότητες - πάντα πίστευε ότι μπορούσε να τα βολέψει κανείς με τα χρήματα - όσο από δικούς της εσώτερους λόγους, που είχανε να κάνουνε με τη μανία της να μη θέλει να μετακινείται τίποτα στη ζωή της, αφού την είχε αναγάγει στην ακρίβεια μόνιμων και καθημερινών απαράλλακτων κινήσεων, που η μαθηματική τους συμμετρία την έκανε να αισθάνεται ευτυχής.
Από τα ανέξοδα και ξεκούραστα ταξίδια της την έβγαλε το μεγάφωνο που φώναξε τον διπλανό της να μπει στον πρώτο θάλαμο. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου κι άρχισε να δαιμονίζεται από την καθυστέρηση. Προσπάθησε να σκεφτεί τι θα της έλεγε. Αν έμενε στα καθημερινά ρωτώντας και παίρνοντας λίγο πολύ τις ίδιες απαντήσεις όπως όλος ο κόσμος ή αν θα της εξιστορούσε τα σημάδια της προηγούμενης νύχτας. Πού να την στεναχωρώ τώρα, σκέφτηκε. Τι σκατά μ’ έπιασε και ήρθα μέχρι εδώ. Τι φταίει το κορίτσι αν εγώ έχω παλαβώσει. Λες και είμαι η μόνη που βλέπει τέτοια όνειρα. Η αναμονή παραδόξως άρχισε να την καλμάρει κάπως. Μόνο αν είναι καλά θα τη ρωτήσω, επανέλαβε σχεδόν φωναχτά πολλές φορές, για να πείσει τον εαυτό της περισσότερο, αφού ξέροντας τα χούγια της, δεν απέκλειε ξαφνικά ξεσπάσματα ειλικρίνειας.
Ξαναγύρισε στην καθυστέρηση του τηλεφωνήματος κι άρχισε να θυμώνει με τον τρόπο που δουλεύανε οι υπηρεσίες. Λίγο πριν αγανακτήσει και βάλει τις φωνές - ο Ύψιστος από πάνω ξέρει να παίζει με τα νεύρα μας - φωνάξανε το όνομά της. Πετάχτηκε να μπει στον θάλαμο που θα της λέγανε.
- Δεν το σηκώνουνε, της είπε η υπάλληλος.. Δεν απαντά κανείς. Να την ακυρώσω;
Έφυγε με ένα αίσθημα ανακούφισης που τρίτοι της απέκλειαν έστω και την μικρή πιθανότητα να αγχώσει στα καλά καθούμενα την Ραλούκα από τη συχνή ακράτεια του λόγου της.
Στον γυρισμό πήγαινε κι έφερνε στο νου της την ψυχοκόρη της να τρέχει σε μνημόσυνα, σε μακεδονίτικα χωριά να τα λέει με τη θειά της και σε νησιά του Αιγαίου που τα γνώριζε μόνο από κάτι βιβλία που κουβαλούσε ο Μιχάλης. Κι όταν τα χειρότερα σκουντιόντουσαν στο μυαλό της, τη φανταζότανε ολημερίς να ψάχνει για δουλειά στους δρόμους κι ακόμα, χτύπα ξύλο, να έχει πάθει τίποτα, πολύ θέλει να γίνει το κακό; Μουρμούριζε σταυροκοπούμενη και βρίζοντας τον εαυτό της που όπως η μύγα κυνηγά τα μέλια έτσι κι εγώ, πανάθεμα με, ο νους μου όλο στο κακό.
Στην αυλή την περίμενε η εγγονή της αφού είχε ήδη πέσει έξω στους υπολογισμούς της με τις καθυστερήσεις του τηλεγραφείου.
- Αντε ρε γιαγιά, της είπε. Δόσμου τέλος πάντων ένα κλειδί να μη σε περιμένω με τις ώρες.
Η Άνκα έκανε πως δεν άκουσε τα παράπονα της εγγονής της, αφού δεν είχε πειστικούς λόγους να της αρνείται ένα κλειδί δέκα έξι χρονώ γαϊδούρα πιά, αλλά έλα που της καρφώθηκε, ή μάλλον δεν της είχε ξεκαρφωθεί ποτέ, ότι ένα κλειδί σημαίνει ανεξαρτησία αλλά και περισσότερο, την παραδοχή της γι’ αυτή την ανεξαρτησία που για την Άνκα σήμαινε από το έρχομαι και φεύγω ό,τι ώρα θέλω, μέχρι Σόδομα και Γόμορα, όταν αυτή θα απουσίαζε, που βεβαίως ποτέ της δεν είχε απουσιάσει εκτός από τη μέρα που εκτελέσανε τον Τσαουσέσκου και την γυναίκα του και μαζί σχεδόν με όλο το χωριό, βλέπανε και ξαναβλέπανε στις λιγοστές τηλεοράσεις των καφενείων με άγρια χαρά τα τεκταινόμενα εκείνης της ημέρας. Άσε που η πρόφαση της απαγόρευσης υπήρχε και ήταν μάλιστα αδιαπραγμάτευτη για την Άνκα.
- Εγώ τέτοια ευθύνη δεν την αναλαμβάνω, της έλεγε. Ας έρθουνε οι γονείς σου κι ας σου δώσουνε χίλια κλειδιά. Κλειδί στα δεκαοχτώ, της είπε. Για να μυρίσω τα δάχτυλα, της είπε πιάνοντας ξαφνικά το δεξί της χέρι και μυρίζοντάς το σαν σκυλί φέρμας να βρει ίχνη καπνού αφού τόσα και τόσα γινότανε πια σ’ όλο τον κόσμο, τα βλέπανε στη τηλεόραση που καθημερινά τους βομβάρδιζε από παντού. Όσο περνούσανε οι μήνες τόσο και πιο πολλά νοικοκυριά την αποκτούσανε. Τους είχε φτάσει πια σε απόσταση αναπνοής. Μέχρι κι ο πεταλωτής Γιόν Μπάντεα αγόρασε κι αρχίσανε όλοι σιγά σιγά να παλαβώνουνε από την πληροφόρηση. Να σταυροκοπιούνται για τα τόσα που γινότανε στον κόσμο εν αγνοία τους. Να γουρλώνουνε τα μάτια τους από τα όσα απίστευτα βλέπανε και να κάνουνε συνέχεια τσκ τσκ τσκ, μήστητί μου Κύριε. Και οι πιο ψυλλιασμένοι από αυτούς ήδη να διαβλέπουνε δεινά και να αποκαλούνε χαζοκούτι το ωραιότερο πράμα που μπήκε στη ζωή τους εδώ και λίγα χρόνια.
Η μικρή πιάστηκε τραγουδώντας - μανία αυτό το παιδί με τα τραγούδια - να ετοιμάζει τα μαθήματα της επόμενης μέρας μέχρι να στρώσουνε να φάνε. Αφού τελειώσανε το φαγητό ξαναπιάστηκε και πάλι με τα βιβλία της και η Άνκα πήρε να αποτελειώσει την πίτα. Την έβαλε στο φούρνο, πήρε βελόνα και κλωστές κι άρχισε να μπαλώνει καλτσάκια της εγγονής. Τι διάολο, πως τα καταφέρνουνε και λιώνουνε τόσο γρήγορα. Λες και σκοπός τους είναι αυτός, να τρέχουνε ολημερίς για να χαλάνε κάλτσες και παπούτσια. Κατά τις εφτά η μικρή την ξάφνιασε.
- Γιαγιάκα μου, της είπε. Πάω στο τηλεγραφείο. Έχω κλήση από τον πατέρα μου.
- Α, ναι; Της είπε κάνοντας τη χαρούμενη ενώ αναρωτιότανε πως και ήτανε αυτό. Πώς και τους θυμήθηκαν αφού πάνω από μήνα είχανε να δώσουνε σημάδια ζωής. Και καλά γι’ αυτήν. Ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν. Αλλά διάολε, έχουνε κι ένα παιδί. Θύμωσε κι άρχισε πάλι να τα βάζει με τη Μάρσα τη νύφη της, που μόνο στα λεφτά είχε το νου της. Να γυρίσουμε, λέει, πλούσιοι. Οικονομημένοι. Με κανέναν πούστη πάνω από το κεφάλι τους. Λες και η κόρη τους ήτανε μηχάνημα σαν εκείνα που έχουνε στα καζίνα. Να την ταϊζουνε κατοστάρικα για να τους αγαπάει. Εκεί θα καταντήσουν, κατέληξε αποχαιρετώντας την με τη γνωστή επωδό.
- Μην αργήσεις γιατί σ’ έφαγα.
Έτσι πως την είδε να φεύγει ανάλαφρη και χαρούμενη κι επειδή ως γνωστόν η καχυποψία δίνει μια αίσθηση ατέλειωτης γνώσης και εμπειρίας σ’αυτούς που τη διαθέτουνε σε ισχυρότατη δόση, άρχισε και πάλι να αναρωτιέται όπως και κάθε φορά που την έβλεπε να φεύγει, αν της έλεγε αλήθεια ή πήγαινε να συναντήσει μορφονιούς, που σχεδόν στην αρρωστημένη από την αγαμία φαντασία της, τους φανταζότανε μεγάλους στην ηλικία, κακούς κι έτοιμους για τα όσα πάντοτε απευχότανε. Αϊ στο διάολο, σκέφτηκε. Γιατί να μη μου λέει την αλήθεια. Ηρέμησε σκατόγρια, είπε μέσα της. Στον πατέρα της πάει. Αϊ σιχτίρ, είπε θα το κόψω. Δεν πρόκειται να ξανασκεφτώ τίποτα. Κατέβασε ένα μπουκάλι ρακί από το πάνω ντουλάπι της κουζίνας, εντριβές ήτανε η επίσημη ονομασία της ύπαρξής του, το ακούμπησε θυμωμένη στο τραπέζι, έκοψε ένα κομμάτι από τη ζεστή ακόμα πίτα της κι άρχισε αμίλητη να διασταυρώνει γουλιές και μπουκιές.
Ήτανε θυμωμένη χωρίς να ξέρει το γιατί. Κι ούτε ήθελε να παραδεχθεί ότι η αόριστη ανησυχία για την τύχη της Ραλούκας ή τα καμώματα της εγγονής φταίγανε για τα νεύρα της. Την κύκλωνε ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Και μη μπορώντας να το συνειδητοποιήσει τα έβαζε με τα καθημερινά μικροπράγματα που της συνέβαιναν και που σαν αποτέλεσμα είχανε να ξεσπά στην τύχη της ή στην εγγονή της. Πιανότανε από μια λέξη ή κάτι που της τύχαινε, το φούσκωνε, το χτυπούσε αλύπητα από δω κι από κει, τρύπωνε στα λογικά και στα παράλογα, έπιανε τα χειρότερα που κι αυτά με τη σειρά τους την οδηγούσανε σε άλλα χειρότερα. Κοντολογίς έφτανε να δηλητηριάζει τη ζωή της με πράγματα που δεν έγιναν ενώ μπορούσανε να γίνουν και με πράγματα που έγιναν ενώ μπορούσανε να μη γίνουν. Με το νου της μόνιμα στην κακιά μοίρα και που σίγουρα υπόλογος γι’ αυτό ήτανε τα πιο κοντινά της πρόσωπα, συναπαντούσανε σ’αυτό τον απύθμενο δρόμο του νου, συμφορές και λάθος γεγονότα για να τα ξορκίσει αλλά και για να θυμώσει περισσότερο. Πράγμα που το είχε φαίνεται ανάγκη να ξεπερνά τη θλιβερή της πραγματικότητα. Όμως και μη θέλοντας να ξεκόψει από αυτή, αφού και ο Μιχάλης όταν αποφάσισε με την κόρη του να φύγει στην Ελλάδα, αλλά κι ο γιός της – άφηνε απ έξω τη νύφη της - όταν φύγανε για τη Γερμανία, την παρακαλούσανε να πάει μαζί τους.
- Να πάτε στην ευχή του Θεού, τους είπε. Για μένα ότι δεν είναι η πατρίδα μου, είναι ζούγκλα. Κι έπειτα, μετανάστης στα γεράματα δεν γίνομαι.
Η εγγονή της γύρισε πιο γρήγορα απ’ότι την περίμενε, ή είχε αυτήν την εντύπωση κάτω από την επίδραση της ρακής που ξεχειλώνει ή μαζεύει το χρόνο ανάλογα με τα αισθήματα που ποτίζει. Της έφερε χαιρετίσματα. Της είπε πως θα ερχότανε αρχές Οκτώβρη για δέκα μέρες, τόση μόνο άδεια τους δίνανε. Πάλι καλά, σκέφτηκε η Άνκα. Και πως θα την παίρνανε μαζί τους στην Στουτγάρδη να συνεχίσει εκεί το σχολείο της, σε ένα ελληνικό σχολείο, μια που ήξερε καλά τη γλώσσα από τον Μιχάλη που της την έμαθε, επιμένοντας για το ότι ήταν η πιο όμορφη γλώσσα του κόσμου. Και ότι τώρα πια θα την παίρνανε κι αυτή μαζί τους, ήθελε δεν ήθελε. Μη μου πεις ότι μ’ αγάπησε ξαφνικά η νύφη μου, ξανασκέφτηκε η Άνκα κι ότι τέλος η Στουτγάρδη είχε περισσότερους Ρουμάνους από ότι όλη η Ρουμανία και είχανε και συλλόγους και κάνανε και γιορτές, ζωή χαρισάμενη την περίμενε λέει. Έκοψε τη φόρα της εγγονής της.
- Ούτε κουβέντα. Εγώ θα μείνω εδώ, της είπε κι άιντε τώρα στο κρεβάτι σου γιατί άργησες. Που δεν άργησε, αντίθετα ήρθε και πολύ νωρίτερα, αλλά που έπρεπε η Άνκα να κρατά τα γκέμια γιατί έτσι κι αυτή μικρή ένοιωθε τους δικούς της στο πετσί της κι έτσι έπρεπε να κάνει και η ίδια και κάθε άλλος τρόπος της φαινότανε αφύσικος.
Η μικρή πεισμωμένη από τον τρόπο της γριάς πήρε δυό τρία βιβλία και κλείστηκε στο δωμάτιο, φορτώνοντάς την τύψεις για τα όσα απότομα της πέταξε κόβοντας κάθε γέφυρα. Τι μου φταίνε γαμώ τη φύτρα μου οι άλλοι, μουρμούρισε τρώγοντας τα νύχια της και προσπαθώντας να βρει τρόπο να μαλακώσει τη μικρή.
Οι πληροφορίες της εγγονής την τυλίξανε σαν δίχτυ που δεν ήξερε αν έπρεπε να το εκλάβει ως προστασία ή βρόχο. Η αδιαπραγμάτευτη θέση του γιού της αλλά και της νύφης της, αφού η εγγονή τής μετέφερε έναν σαφέστατο πληθυντικό, έκανε να ξυπνήσουν - όχι πως είχανε κοιμηθεί - αισθήματα που από τότε που φύγανε στη Γερμανία, θαμπώνανε συνεχώς, βοηθούσης εδώ που τα λέμε και της στάσης τους, που ούτε γράμμα ούτε γραφή, παρά μόνο αριά και που τηλέφωνα. Γράφουνε παιδάκι μου οι άνθρωποι. Γράφουνε. Όχι μ’αυτά τα μαύρα κόκαλα που σου τρυπάνε το αυτί και κατεβάζουν με αν κλικ τα κεπέγκια τους όποτε αυτά θέλουν.
Ξαναγέμισε το ποτήρι της. Δεν ήθελε να αφήνει αναπάντητα ερωτήματα κι ούτε το είχε συνήθιο να αργεί στις αποφάσεις της. Αντίθετα με τους υπόλοιπους πίστευε ότι δεν έπρεπε να σκέφτεται αρκετά πριν αποφασίσει. Όσο αργούσε να πάρει μιαν απόφαση τόσο περισσότερο νερουλή θα ήτανε αυτή και έξω από τον χαρακτήρα της. Δεν ήθελε ποτέ της να βλέπει ψύχραιμα τα πράματα και πίστευε πάντα στις φουρτούνες της με ό,τι καλό ή κακό κατέβαζαν αυτές.
Παράλληλα όμως με το ευχάριστο συναίσθημα της επιβεβαίωσης για την αγάπη που της τρέφανε, υπήρχε όγκος δυσθεόρατος, ο φόβος της για το άγνωστο που θα είχε ως επακόλουθο τον ξεριζωμό της από την πατρώα γη. Εδώ αισθανότανε τα πράματα γύρω της όχι τόσο με την όραση ή την ακοή, όσο με την αόρατη αύρα που βρισκότανε ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο της. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτά από την πρώτη ώρα που γεννήθηκε, την γεμίζανε σιγουριά. Ήθελε τις φωνές και τους τριγμούς του δάσους σαν απαραίτητους θορύβους που θα συνοδεύανε το τάισμα των ζωντανών και τη λάτρα του σπιτιού. Το συναπάντημα ξανά και ξανά των ίδιων ανθρώπων στο χωριό, της έδινε τη σιγουριά πως θέλανε δεν θέλανε, θα ήτανε φύλακες και συμπαραστάτες σε ό,τι κακό θα της τύχαινε. Και οι ίδιοι δρόμοι με τους ίδιους ανθρώπους στις ίδιες σχεδόν κάθε μέρα κινήσεις τους, την κάνανε να νιώθει απαραίτητη σ’αυτό το καθημερινό κούρντισμα του ρολογιού που το λέγανε ρουτίνα και εξόρκιζε τα απρόοπτα. Άδειασε το ποτήρι της με μια γρήγορη γουλιά, έβαλε σε ένα πιάτο τρία κομμάτια πίττα και μπήκε στο δωμάτιο της εγγονής να της ανακοινώσει τις αποφάσεις της. Η μικρή έδειχνε ακόμα θυμωμένη.
- Έλα της είπε, μην ακούς τι λέω. Μην κοιμάσαι νηστική. Στάθηκε στο παράθυρο κοιτώντας έξω τη νύχτα. Δεν μπορώ Σιμόνα μου, της είπε. Δεν είμαι για ταξίδια κι αλλαγές. Εσύ να πας και καλά θα κάνεις. Κι άμα είναι να βρω εκεί Ρουμάνους, να μου λείπει. Τους έχω κι εδώ. Άλλωστε η θέση σου είναι με τους γονείς σου. Όλα τα σκέφτεται ο Θεός. Αν οι γέροι μπορούσανε να μεγαλώσουνε παιδιά τότε θα τα γεννούσανε κιόλας.
Ανακοίνωσε την απόφασή της με ένα δάκρυ να της θολώνει τα μάτια, μη ξέροντας αν οφειλότανε στο αλκοόλ ή στην σοβαρότητα της στιγμής. Βγήκε με βαριά βήματα αφήνοντας την εγγονή της να συνεχίσει τα όνειρα που ξαφνικά σταμάτησε με την είσοδο της και που είχανε να κάνουνε με ό,τι καλύτερο μπορούσε να σκεφτεί. Γερμανία λέει, για φαντάσου.. Άρχισε να την καταλαμβάνει ευχάριστα εκείνο το αίσθημα που γλυκαίνει το σώμα από τον οισοφάγο μέχρι βαθιά στο στομάχι και κάνει να γουργουρίζουμε από ευτυχία.
Συμμάζεψε λίγο την κουζίνα, τοποθέτησε την πίτα στον κρύο πια θάλαμο της μασίνας και πήρε να βάλει στη θέση του το θυμιατό.
- Θεέ και Κύριε, μουρμούρισε, τόσες ώρες κι ακόμα ζεστό. Ποια ψυχή να τυραννιέται. Κι αφού γι’ αυτόν που το άναψε, τον κουβαλούσε χρόνια μέσα της ζωντανό κι έπειτα πεθαμένο, άρχισε να ψιθυρίζει προσευχές. Έβαλε μια πρέζα θυμίαμα στη ζωντανή ακόμα κάφτρα και πήρε ξανά βόλτα όλα τα δωμάτια να ξορκίσει και πάλι το κακό που, όπως και νάχουνε τα πράματα, δεν είναι κανείς να τα βάζει μαζί του κι ούτε να του αντιστέκεται παρά να το μπουκώνει με προσφορές. Γιατί ο θάνατος του δίνει μια δύναμη ανελέητη έξω από τα μυαλά ή και τη φαντασία ακόμα των ζωντανών, άκριτη και παράλογη που ούτε καν το ακουμπούσανε οι θλιβερές για τη ζωή τους επικλήσεις των ανθρώπων.
Το σώμα της δεν έλεγε να χαλαρώσει από την ώρα που είχε ξαναπάρει στα χέρια της το ζεστό θυμιατό. Το άφησε μέσα στον νεροχύτη, μακριά από κάθε επικίνδυνη εστία που θα μπορούσε να το ξαναζωντανέψει, ούτε λόγος να το σβήσει με βία ή με νερό - δεν παίζουνε με τις ψυχές των πεθαμένων - ξαναγέμισε το ποτήρι της, στην υγειά σας, πήγε να πει αυθόρμητα και καλό κατευόδιο, αποτέλειωσε την ευχή μαζί με το ποτήρι. Ύπνο Άνκα πρόσταξε στον εαυτό της. Τα ζωντανά δεν ξέρουνε από μνημόσυνα κι ευτυχώς δεν έχουνε κι αναμνήσεις και πήγε στο καμαράκι της να ξαπλώσει για να της φύγουνε τα όσα κουβαλούσε καλώς ή κακώς, δεν ήξερε κι αυτή τι να αποφασίσει. Και τα κοκόρια από νωρίς πιάνανε δουλειά και χαλούσανε τον κόσμο κάθε μέρα.

Τα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα την ξυπνήσανε τρομαγμένη. Αφουγκράστηκε για λίγο κι ένιωσε την καρδιά της να κλωτσά όταν τα χτυπήματα ξανακούστηκαν δυνατότερα. Σηκώθηκε βιαστικά, έριξε κάτι στην πλάτη της και,
- Ποιος είναι τέτοια ώρα, είπε θυμωμένα ξεμανταλώνοντας την πόρτα κι ανοίγοντάς τη λίγο, ποιος ήταν αυτός που τέτοια ώρα ζητούσε την ανάγκη της.
Ένας ψηλός ξερακιανός με μάτια σκούρα στο χρώμα της νύχτας σαν από χρόνια αόμματος, την κοίταζε κοιτώντας πίσω κι απ’ αυτήν, λες κι έψαχνε πράγματα θολά και μέσα από στάχτες.
- Τι θέλεις χριστιανέ μου τέτοια ώρα. Ποιόν ζητάς. Του είπε η Άνκα σιάχνοντας το πανωφόρι της να κρύψει τη ζεστή από τον ύπνο νερουλιασμένη λευκή σάρκα.
- Τον Μιχάλη Τερζή, της είπε στα ελληνικά, σηκώνοντας το κεφάλι του με τις κινήσεις της οχιάς, εξερευνώντας πίσω από τους ώμους της Άνκας. Μου είπανε πως μένει εδώ. Η γριά ανατρίχιασε.
- Ποιος είσαι χριστιανέ μου, τον ξαναρώτησε πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του για να τον δει καλύτερα στο χλωμό φως που άφηνε η λάμπα του σαλονιού. Ο Τερζής έχει μήνες που συγχωρέθηκε. Ποιος είσαι;
- Δεν με ξέρεις της είπε ο επισκέπτης της, συνεχίζοντας να ψάχνει με το βλέμμα του το δωμάτιο. Τον θέλω. Αφήσαμε κάτι λογαριασμούς ανοιχτούς.
Μιλούσε σαν να μην την άκουγε. Σαν να μην φτάνανε οι ερωτήσεις της στ’ αυτιά του. Η Άνκα που προς στιγμήν σκέφτηκε να τον μπάσει μέσα σαν συγχωριανό του πεθαμένου, στο άκουσμα των λογαριασμών, στένεψε περισσότερο το άνοιγμα της πόρτας.
- Πέθανε σου λέω, δεν το καταλαβαίνεις;
- Όχι, της είπε. Δεν πέθανε. Είχε χρέη, πολλά χρέη. Κι όσοι χρωστάνε δεν πεθαίνουνε έτσι εύκολα.
Έβγαλε την τραγιάσκα που φορούσε και με ένα βρώμικο μαντήλι σκούπισε το ξασπρισμένο του κούτελο.
- Όταν τον δεις να του πεις ότι τονε θέλω, της είπε βγάζοντας από την πλαϊνή τσέπη του αμπέχονού του ένα κομμάτι χαρτί με ποτισμένο από το μελάνι ένα όνομα και μια διεύθυνση. Της το έδωσε κι έπειτα, καληνύχτα, της είπε, θα τον περιμένω. Στα δύο βήματα κοντοστάθηκε, γύρισε και την πρόλαβε πριν κλείσει την πόρτα. Κι αν πέθανε όπως λες, δεν αλλάζει τίποτα. Τότε στα σίγουρα θα βρεθούμε.
Μαντάλωσε την πόρτα βιαστικά, άφησε το χαρτί στο τραπέζι της κουζίνας, το πρωί θα τα σκεφτότανε καθαρότερα και μπήκε βιαστικά στο κρεβάτι της τρέμοντας για να ξεχάσει τα όσα έγιναν. Τα μάτια του βραδινού επισκέπτη είχανε καρφωθεί βαθιά μέσα της και δεν έφευγαν με το να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της. Πίεζε τα βλέφαρά της για να κοιμηθεί με το ζόρι.
Πολύ πριν χαράξει σηκώθηκε και πλησίασε στο τραπέζι όπου είχε ακουμπήσει το χαρτί. Δεν βρήκε τίποτα όσο κι αν έψαξε γεμάτη ταραχή κι ένοιωσε την τρίχα της να σηκώνεται όρθια κι άρχισε πάλι με ψαλμούς να ξορκίζει τα όσα από βραδύς έγιναν ή δεν έγιναν και ήτανε στο μεθυσμένο της μυαλό, καταλήγοντας πως όσο καταπιάνεται κανείς με τους πεθαμένους τόσο πιο πολύ τα χάνει και τον παίρνουνε φαλάγγι τα φαντάσματα.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 69 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Παντού όπου σε κρατούσα πληγές.
Αστείο βέβαια από μια μεριά για την ηλικία μου,
αλλά φαίνεται ο χρόνος είναι πουλί
που κάνει κύκλους συνέχεια.
Έτσι και τώρα ακόμα κάθε βράδυ
η Ψαμμάθη του Γιώργου Καφταντζή κι ο ύπνος μου
κατάντησαν μια τέλεια διαφάνεια.
Ειδικά στη περίπτωσή μου,
ο Σεπτέμβρης κι εγώ, ταχθήκαμε
να ζούμε στο ίδιο στεγανό κιβώτιο.


ΙΟΥΛΙΟΣ 70 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ένα μεσημέρι
από εκείνα που δεν ξέρεις αν φταις ή ελπίζεις
κι αν τα δέντρα ριζώνουν ακόμα
με μιαν ωχρήν υπομονή,
άρχισαν να σηκώνουν το νεκρό στη γειτονιά της Βεατρίκης.
(Την ίδια ώρα όπου αυτή διαφέντευε
από το παράθυρό της το απόγευμα - καραβοκύρης,
ωραία - με τον ήχο του σπαραγμού).
Ίσως έλεγες, οι παρούσες συνθήκες
να μεγαλύνουν κάθε ανάστημα
και ν'αφήνουν τον έντονο αναστεναγμό
να γλιστρά ήσυχα κι οδυνηρά
από την άκρη της επιστασίας της.
Τρεις μέρες αργότερα,
έπεσα με πολύ πυρετό ανήμπορος
στο τελευταίο τραπεζάκι του καφενείου,
να χρωστώ της μνήμης μου
γεγονότα παλιά και παρωχημένα.
Ελπίδα μου Βεατρίκη...
Πολύ αργότερα έμαθα πως καθότανε στο Βαρδάρι.

ΣΕΠΤΕΒΡΗΣ 71 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Για τη κοπέλα που σου έλεγα πως θα παντρευόμουνα,
δεν την ξανάδα από ένα μεσημέρι
που πήγαμε στη θάλασσα.
Ετσι χωρίς τίποτα, γύρισε, με κοίταξε παράξενα κι έφυγε.
Τότε κατάλαβα πως μου έμενε
λίγος καιρός ακόμη για έρωτες.
Ύστερα μένουν κάτι ξερά φιλιά
κι ένας πόνος στα δάχτυλα από βιολέτες που έσβησαν.
Ίσως να έφταιξα εκείνο το μεσημέρι.
Το βλέπω ολοένα και περισσότερο,
στα γλυκά μάτια των γυναικών που παντρεύτηκαν.
Στο φθινόπωρο που ήρθε φέτο μ'ένα χρώμα σταχτί.
Στις κλειστές πόρτες των σπιτιών. Στη μνήμη...
Σίγουρα έφταιξα.
Γιατί εκτός από τη καρδιά μου και τα μάτια μου,
τίποτ'άλλο δεν είχα δώσει σ'εκείνο το κορίτσι.


ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 71 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Θα μου γράψεις πάλι για τη μισοτέλειωτη οικοδομή.
Για τους εργάτες
που αργούν στη σκάλα ή στο χαρμάνι.
Για ακακίες που έσπειρες.
Κι ούτε λόγος για ταξίδια. Ρίζωσες φίλε μου.
Αν τώρα βρισκόσουν εδώ,
θα σ'έφερνα βόλτα στο δωμάτιό μου
να κοιτάξεις τις φωτογραφίες στους τοίχους.
Πίνακες καλλιτεχνών που κάποτε είχαν ελπίδες.
Τα χαρτιά μου. Τελικά όλα όσα νοιώθω
να γυροφέρνουν μέσα μου
Σε μένα δεν μπορεί πια κανείς να ξεχωρίσει
τη νευρικότητα από τη θλίψη.
Μόνο ζω με κείνο το ακαθόριστο αίσθημα
που με πλακώνει σα πιστή γυναίκα.
(Λυγμός νομίζω ή κάτι τέτοιο).


ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 72 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Λέω ν'αφήσω ένα μουστάκι θεόρατο
από εκείνα που έγινα της μόδας
κι ανακατώνονται
με τα όνειρα των κοριτσιών
που βασανίζονται τώρα στα κουτουκάκια.
Τελικά όλο κι αλλάζω γνώμη
κι επιμελώς ξυρίζομαι σχεδόν κάθε πρωί.


ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 73 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Λογοδοτώ χρόνια τώρα για βιασμούς
κι ούτε τάχθηκα ποτά για άλλα ψηλότερα έργα
παρά μένω σ'ενα σπίτι παλιό
με γυναίκες από γατίσια αισθήματα
κι ανάλογες ερωτικές επιθυμίες.
Ολοι τελικά παίζουν το παιχνίδι σωστότερα από μένα.
Ολοένα όλοι απομακρύνονται παίζοντας
με νου αλώβητο απέναντι σ'εναν τετιμημένο
για τα νυν υπάρχοντα βάσανα.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ 75 ΣΕΡΡΕΣ
Αργά κάθε απόγευμα το καλοκαίρι που μας πέρασε
Οι σεμνά προσερχόμενοι ηδονοθήρες των καημών
Μιλούσαν για εικονίσματα
Που αναρτήθηκαν πλέον
Σε θέση περισπούδαστη στην καρδιά μου.
Αύριο πάλι. Κι έπειτα
Ολη νύχτα με το τρικάταρτο ΑΓΙΑ ΕΡΑΤΩ
Σε λίγο θα τραγουδώ ακουμπισμένος
Στις τοξωτές πρύμνες των μικρών καφενείων
που περιδιαβαίναμε ανήξεροι.
Καιρός πια
αργά και με περίσκεψη
ν'αρχίσω να συνάζομαι.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ 82 ΣΕΡΡΕΣ
Ολονύκτια ταξίδια με τα βαριά φορτηγά
Να βουλιάζεις μισός στον οδηγό
που μπλέκεται με καψαλισμένους καημούς
Και μισός στη χρόνια δοκιμασία.
Προ πολλού χάσαμε την ίσαλο γραμμή
Και το πρωινό
Με τους λέοντες της εθνικής οδού μαδημένους
από ένα προορισμό που δεν τον πιστεύουν
να κορνάρουν αλάνικα
φτάνοντας στη ρίζα της Αχαρνών.
Κι εσύ
αφού σ'αφήσανε στη στάση
για να πάρεις το πρώτο υπηρεσιακό
το μυαλό σου και πάλι
στη χαίνουσα πληγή της ήττας
και το ίδιο βιολί φυγή, με δόλωμα
την ανατροπή του συσχετισμού των δυνάμεων.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ 86 ΣΕΡΡΕΣ
Χαράματα έπεσα μαλακά στη κοιλιά σου
φορώντας ένα μακρύ κασκόλ σαραντάπηχο
από ανοιχτόχρωμο παλιό μαλί
και είδα στα πόδια σου γάτες και πανίσχυρα τρωκτικά*
Τα πρωινά γαλατώνανε με τις μυρωδιές της νύχτας
και η Λέσβος ξεμάκραινε
για τα παράλια της Αφρικής
όπου περίμεναν
γυάλινα μπαράκια με νυσταγμένους ροκάδες
και ΝΙΚΟΝ γιαπωνέζους ολόγυρα.
Υστερα, όταν πληρώσαμε όλους τους λογαριασμούς
έφυγα με μια κλινάμαξα δυστυχώς στην ώρα της
και Χαλκιδικιώτικο κρασί.
Ολα ξαναγυρνούν στο τόπο τους
αφελώς φορτισμένα με ανεμόμυλους.
*Βλέπε ιδιαίτερα στο λήμα: Σαράκι.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Το ρεμπέτικο τραγούδι



ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Η Γέννηση και ο θάνατός του)
Εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ της 3.3.1973
(Αναδημοσίευση στο βιβλίο της Γκαίηλ Χόλστ «ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» Εκδόσεις Ντενίζ Χάρβεϋ, Λίμνη Ευβοίας, 1977)

Πιάνοντας κανείς να μιλήσει για ένα θέμα όπου η ιστορία της μουσικής του τόπου μας ακόμα δεν αποφάσισε να το καταχώριση στα αρχεία της, έχει οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη ευθύνη, αφού κι η βιβλιογραφία σπανίζει κι η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή. Παράλληλα όμως, έχει και το πλεονέκτημα πώς όσο σωστότερο μιλά, δεν αποδίδει τιμές αλλά λύνει μια παρεξήγηση. Τα ρεμπέτικα τραγούδια πρέπει να βοηθήσουμε να πάρουν τη θέση τους.
Στα χρόνια του, εκείνα που του στερούσαν την επαφή μ' ένα ευρύτερο κοινό, όπως η λογοκρισία, oι ανεπίσημοι μικροδιωγμοί και ο υποτιθέμενος ανήθικος χαρακτήρας των εκτελεστών του, μετασχηματίσθηκαν μετά το 1950, χαρακτηρίζοντας πια το ίδιο το ρεμπέτικο τραγούδι σαν κοινωνικά ανήθικο μουσικό υποπροϊόν.Εδώ και λίγα χρόνια μόνο, κι όταν ένας-ένας οι δημιουργοί του πεθαίνουν, το πλατύτερο κοινό κατάλαβε πώς άφησε να πέρασει ένα ποτάμι ανάμεσα από τα χέρια του χωρίς να δροσιστεί.
Σιγά και με περίσκεψη πρέπει ν' αρχίσει η αποκατάσταση.
Στις αρχές του αιώνα, το δημοτικό μας τραγούδι φαινόταν ακόμα πώς ήταν οργανικά δεμένο με τον λαό, όχι τόσο στην ύπαιθρο όπου κυριαρχούσε αδιαφιλονίκητα, όσο και μέσα στις πόλεις αφού κράτησε σε συνοχή το έθνος στο χρόνια της τουρκοκρατίας όπου και γεννιότανε, μετά την απελευθέρωση και για πολλά χρόνια ακόμα, φαινόταν να δρέπει τους καρπούς των δύσκολων χρόνων.
Όμως κάθε τέχνη κι επόμενα η μουσική σαν πιο ευαίσθητος δέκτης, αντρώνεται φυσιολογικά μόνο σαν υπάρχουν γενεσιουργά αίτια και μια βαθύτερη ανάγκη υποδοχής.
Ο αιώνας μας, στις αρχές του, έκλεινε μια ηρωική εποχή έχοντας μέσα του το σπέρμα πλούσιο για την ανακατανομή των αξιών. Οι μεγάλες πόλεις πολλαπλασιάζοντας καθημερινά την εργατική τάξη, νιώθουν την ανάγκη νέων μέσων έκφρασης αφού καθιέρωσαν νέες συνθήκες. Μέρα με τη μέρα ο άνθρωπος αρχίζει να μαντρώνεται και να ζει σιωπηλά. Δεν γίνεται πια λόγος για ρωμαίικα γλέντια και η σκληρή ανάγκη των πραγμάτων, λίγο ασυνείδητα λίγο ηθελημένα, αρχίζει να γεννά τους κοινωνικούς καημούς.
Όπως, όμως, η ύπαιθρος λίγο εφάπτεται αυτών των ουσιωδών αλλαγών, δουλεύοντας και ξαναδουλεύοντας το δημοτικό τραγούδι, η καλή κοινωνία των πόλεων νιώθει την αντικατάσταση κάτω από εντελώς διαφορετικές τάσεις, που προσιδιάζουν περισσότερο στην βελτίωση των καθημερινών καταπραϋντικών ανέσεων. Όσον αφορά στη μουσική, λέγονται καντάδα, ευρωπαϊκά ευρείας καταναλώσεως και ελαφράς επιθεωρήσεως.
Συνήθως οι αλλαγές δεν πιστοποιούνται στο χρόνο της υπάρξεως του (όπου απλώς επισημαίνονται), αλλά μετά από την οριστική απώλεια των προϋπαρχόντων.Ενώ λοιπόν η φύση των πραγμάτων οδηγούσε στον ουσιαστικό Θάνατο το δημοτικό άσμα στις πόλεις, από την άλλη μεριά ύποπτα νομοθετήματα αρχίζουν τους διωγμούς απέναντι στο νέο είδος μουσικής, ικανοποιώντας έτσι την καλοστεκούμενη τάξη που εκείνα τα χρόνια είχε πάντα μέσα της πρόχειρη μια δόση αηδίας για την παράνομη μουσική φιλολογία των μαχαλάδων.
Ίσως ασυναίσθητα να υπήρχε ο φόβος πώς αφού οι μουσικές της τρυφερότητες δεν μπορούσαν να ενταχθούν οργανικά σε μια εποχή που ξεπερνούσε γρήγορα τις δυνατότητες της, ζητώντας ογκωδέστερους στόχους, να πεθαίνει ξαφνικά ένα πρωί χωρίς κανένα σοβαρό κι ενηλικιωμένο διάδοχο. Τότε το ρεμπέτικο φαινόταν ακόμη νόθο στην ελληνική μουσική παιδεία.
ΤΙΤΛΟΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ
Τόποι που γεννήθηκε ήταν οι μεγάλες ελληνικές πόλεις, η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη και η Αλεξάνδρεια. Αλλά εκείνο που βαραίνει περισσότερο, δεν είναι ο τόπος που γεννήθηκε αλλά ο τόπος που ολοκληρώθηκε. Έτσι, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το Ναύπλιο και λίγο αργότερα οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, δουλεύανε κάθε βράδυ αυτό το τραχύ είδος μουσικής ώσπου το παρουσίασαν ώριμο πια και στη φόρμα και στο περιεχόμενο. Αν τώρα ζητήσουμε τίτλους καταγωγής, πρέπει να γυρίσουμε στις αρχές ακόμη του αιώνα. Εδώ, πέρα από τις ελληνικές πόλεις υπάρχουν και η Σμύρνη, η Πόλη, η Αλεξάνδρεια και το Αϊβαλί.
Ο,τι ξεκινά από δω, σπερματικό περιέχει βέβαια τη φόρμα της ωραίας τριακονταετίας του ρεμπέτικου (ιδιαίτερα κάτω από μια σκοπιά εξελίξεως και αυτών των τραγουδιών χρονικά), αλλά υπάρχει ανεξάρτητα και δεμένο με δημοτικά μουσικά στοιχεία του τόπου χωρίς να είναι δημοτικό.
Ιδιαίτερα για τη σύνθεση τους, το δημοτικό δανείζει περισσότερα μουσικά στοιχεία απ ο,τι ποιητικά, όπου τα δεύτερα αντιπροσωπεύουν όλο και σπανιότερα σύγχρονες ανάγκες και συχνότερα ένα στατικό θέμα σε σχέση με το χρόνο: τον έρωτα. Έτσι, πέρα από τις μουσικές επιδράσεις, που βρίσκονται διάχυτες σ' όλο τον πρώτο κύκλο, υπάρχουν ρεμπέτικα, που η κυριαρχούσα τους διάθεση έχει σαν αφορμή ένα στίχο κάποιου σμυρνιώτικου δημοτικού ή και αντίστροφα, η κυριαρχούσα διάθεση του σμυρνιώτικου μεταφυτεύεται στις εμπνεύσεις του λαϊκού σύνθετη. Το δεκαοχτάχρονο κορίτσι που έρχεται από ξένο τόπο και μακρινό, στο ρεμπέτικο γίνεται δωδεκάχρονο και παιδεύει με τον ίδιο τρόπο τον ερωτευμένο. Αλλά αυτό το μπόλιασμα σποραδικό υπάρχει σε ορισμένα μόνο τραγούδια, ενώ αντίθετα η σμυρνιώτικη δημοτική μελωδία διαμορφώνει τη πρώτη ρεμπέτικη περίοδο.
Καθώς όμως ο Ελληνισμός της Μικρά Ασίας δίνει τις μήτρες του για το ρεμπέτικο, η Κωνσταντινούπολη δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο με τους Ταταυλιανούς ρυθμούς, οι οποίοι, ενώ στην αρχή φανήκανε να ενσωματώνονται, λίγο αργότερα κι από τις πρώτες μέρες του ρεμπέτικου ακόμα, μείνανε ξέχωρα και προχώρησαν όσο μπόρεσαν να προχωρήσουν. Το 1935 ο Περιστερη και ο Τρίμης τα θυμούνται χωρίς επιτυχία.
Πολλά βέβαια οφείλονται στην Σμύρνη, αλλά θα ήτανε λάθος να πούμε πώς ο,τι πήρε στην αφετηρία του, το πήρε αποκλειστικά αποκεί. Γιατί στην ολοκλήρωσή του, παράλληλα συντέλεσαν κάτι μισοδιαμορφωμένα κουτσαβάκικα τραγούδια, αυτοσχέδια άσματα της φυλακής και πονηρά σιγοψιθυρίσματα από το μεράκι των χασικλήδων. Η Σμύρνη κατά κάποιο τρόπο ήταν η μουσική αφορμή μάλλον, κι όλοι οι άλλοι διαπλαστικοί παράγοντες οι βαθύτερες αιτίες. Αργότερα και στα χρόνια της ακμής του, αυτά που συντελούν είναι η πίκρα από την κοινωνική αδικία, η φτώχεια, ο ερωτάς και η φυλακή.
Από το 1938 περίπου και μετά, το ρεμπέτικο υπάρχει αυτοτελές και παίρνοντας πια ο,τι ήταν να πάρει, ξεκινά μόνο του. Λέμε 1938 όπως μπορούσαμε να πούμε και 1936 ή 1939. Δεν υπάρχουν σαφή όρια. Δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ένα ρεμπέτικο τραγούδι από τη σημερινή πληθωρική παραγωγή, όμως, όταν ρωτήσει κανείς μέσα του ποια είναι αυτά που το ξεχωρίζουν, εκεί υπάρχουν οι δυσκολίες και η αδυναμία προσδιορισμών.
Ασυναίσθητα η αισθητική του καθενός αφομοιώνει πολλά περισσότερα απ ο,τι νομίζει. Οι δυσκολίες τίθενται λίγο εκούσια, γιατί ο,τι κι αν πούμε πρέπει να 'χει όσο το δυνατόν λιγότερη σχέση με τη καθαρή μουσική σπουδή, αφού σήμερα αυτοί που σπουδάζουν μουσική είναι ελάχιστοι. Ουσιαστικό χαρακτηριστικό (χωρίς όμως να βοήθα τόσο στη ταξινόμηση και στο στεγανό διαχωρισμό των εποχών), είναι το γεγονός πώς, ενώ στους δυο πρώτους στίχους έχουμε μία και μόνο φωνή, στον τρίτο και τέταρτο υπάρχουν δυο ή και περισσότερες, όπου η μία συνήθως είναι γυναικεία. Σχεδόν πάντα όταν μπαίνουν κι άλλες φωνές, ακούμε και νέα μουσική φράση. Τέτοια τραγούδια βρίσκονται από το τέλος ακόμα της δεύτερης περιόδου και σ' όλη τη διάρκεια της τρίτης, κι όλοι σχεδόν οι σύνθετες, Τούντας, Μπαγιαντέρας, Χατζηχρήστος, Τσιτσανης, Παπαϊωάννου, ακολουθούν αυτό το δρόμο. Για παράδειγμα:Μια φωνή:
Καθαρίσαμε μου λες και θες να φύγεις
με βαρέθηκες και τώρα πια μ αφήνεις
Τρεις φωνές:
που θα πας που θα τα βρεις αλλού στρωμένα
και μου λες τα περασμένα ξεχασμένα.
(Σύνθεση του Τσιτσανη «Που θα πας, που θα τα βρεις αλλού στρωμένα» με την Νίνου, τον Τσαουσάκη και τον ίδιο τον σύνθετη, γραμμένο το 1948.)Ενίοτε η μονοφωνία περιορίζεται στον πρώτο, συνήθως δεκαπεντασύλλαβο στίχο:
Μια φωνή:
Το παράθυρο κλεισμένο, σφαλιγμένο, σκοτεινό
Δυο φωνές:
για ποιο λόγο δεν τ' ανοίγεις πεισματάρα να σε δω.
(Σύνθεση του Παπαϊωάννου «Άνοιξε γιατί δεν αντέχω» με την Μπέλλου και τον Στελάκη, γραμμένο το '48.)
Αργότερα, κι όσο περνούν τα χρόνια, κυριαρχεί η μονοφωνία στο κουλέ και μόνο στο ρεφρέν ακούγονται περισσότερες φωνές. Σημειώνεται εδώ πώς το ρεφρέν δεν υπήρχε στην πρώτη μορφή του ρεμπέτικου και φαίνεται πια μετά το 1940, πιθανότατα απ τον Τσιτσανη.
Με την κυριαρχία της μονοφωνίας, το ρεμπέτικο αρχίζει να αισθάνεται τη μοναξιά του σε μια εποχή όπου πια η κοστολόγηση του τραγουδιστή αρχίζει να υπολογίζεται, αφού οι πρώτες όμορφες μέρες όπου οι εκτελεστές γλεντούσανε περισσότερο το τραγούδι από τα αναλογούμενα ποσοστά, πέρασαν. Στις λίγο πολύ τελειοποιημένες πια ταβέρνες κυριαρχούν τάσεις μοναξιάς και ανεξαρτησίας σε σχέση ευθέως ανάλογη των λαϊκών τραγουδιστών με το κοινό τους. Τούτο τον γυμνό δρόμο έμελλε να τον διαβούν ο Τσαουσάκης και λίγο αργότερα ο Καζαντζίδης.Είπαμε παραπάνω πως τίποτα δεν βοήθα στην ουσιαστική και στεγανή διάκριση των εποχών, αφού αρκετές αισθητικές λεπτομέρειες και διακριτικά, δεν περιορίζονται σε ορισμένα χρονικά σημεία, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν σε χρόνια επεκτεινόμενα εκατέρωθεν, δένοντας έτσι περισσότερο τον ρεμπέτικο κύκλο. Αμανέδες που υποτίθεται πώς ανήκουν στο ξεκίνημα γράφτηκαν και το 1948, όπως κι ένα τέλεια ολοκληρωμένο σκληρό ρεμπέτικο με τίτλο «Τουτ' οι μπάτσοι που 'ρθαν τώρα» είναι γραμμένο 20 ολόκληρα χρόνια πριν την εποχή του. Κι ακόμα, τον καιρό που μεσουρανούσε το σχήμα:
μονοφωνία στον πρώτο και δεύτερο στίχο
δυο και τρεις φωνές στον τρίτο και τέταρτο
Ο Κερομήτης ερμήνευε ένα από τα ομορφότερα ρεμπέτικα που υπήρχαν «Την άγκυρα μου έριξα», μόνος απ' αρχής μέχρι τέλους. Αλλά, αν το τέλος έρχεται σιγά-σιγά με μια φωνή, και στη σμυρναίικη περίοδο πολλά τραγούδια έμειναν έχοντας έναν και μόνο εκτελεστή. τον Μπερνιδάκη, τον Ασίκη, την Εσκενάζυ ή τον Μοσχονά. Το ρεμπέτικο ξεκίνησε μ' έναν εκτελεστή και πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο, ίσως από σύμπτωση, ίσως από ηθική ακεραιότητα.
Άλλο στοιχείο διαφοροποίησης με την επιφύλαξη των προηγούμενων κανόνων στο θέμα της στεγανότητας, είναι πώς στην καθαυτό πάλι ρεμπέτικη περίοδο, μουσικός φθόγγος και λεκτική συλλαβή είναι συνήθως δεμένη. Αλλά ενώ ένας μουσικός φθόγγος μπορεί να περιλάβει και περισσότερες από μια συλλαβές (ακόμα και ημιστίχιο), το αντίστροφο αποφεύγεται υπακούοντας στους αισθητικούς κανόνες της εποχής. Υπάρχει δηλαδή η παρακάτω αντιστοιχία:
(Σύνθεση του Τσιτσανη «Να γιατί γυρνώ», με τη Σοφία Καρίβαλη και τον Μ. Βαμβακάρη, γραμμένο το 48.)
Αντίθετα τα Σμυρνιώτικα όσες φορές τουλάχιστον, ερμηνεύτηκαν μένα τραγουδιστή, χρησιμοποίησαν τρεις και τέσσερις μουσικούς φθόγγους σε μια συλλαβή ή δορυφορούσαν τη φωνή τους σ' έναν και μόνο φθόγγο:
(Σύνθεση του Παπάζογλου, προφανώς επηρεασμένη από τη Σμυρναίικη δημοτική με τίτλο «Βαλε με στην αγκαλιά σου» και με ερμηνεύτρια την αξέχαστη Ρόζα Εσκεναζυ.)
Ο Σμυρνιός, καλός γείτονας των Ελληνικών νησιών και της απώτερης Ανατολής, μεσοδρομούσε ψιλοκεντώντας το τραγούδι του με μεράκι.Πολύ αργότερα, στα δύσκολα χρόνια της πτώσης, ο ερμηνευτής τραγουδώντας περισσότερο το πάθος του, αφήνεται σε μια συλλαβή βαρυφορτωνοντας την με φθογγικούς μαιάνδρους. Ο Μπίνης συνήθιζε τη μικρή σχετικά φθογγική διάρκεια μεταξύ παραφωνίας και ψαλμού, Αλλά αυτοί που έκλεισαν οριστικά τις πύλες ξεχνιόντουσαν τραγουδώντας πάνω σε μια λέξη.
Είναι ακόμα χαρακτηριστικό πώς το ρεμπέτικο τραγούδι, δεναπλώνεται σ' όλες τις περιοχές του μουσικού πενταγράμμου, προτιμώντας μέσους φθόγγους και μικρής έντασης ηχητική αυξομείωση:
(Σύνθεση τον Χατζηχρήστου το 47.)
Κι αυτός όμως ο κανόνας ίσως λιγότερο απ όλους τους άλλους, αρχίζει να σπάει μετά το 1955.
Υπάρχουν, βέβαια, κανόνες που ξεχωρίζουν το ρεμπέτικο όμως o Βαμβακάρης σχεδόν μόνος απ' όλους τους άλλους δεν μπορεί να ενταχθεί κάπου οριστικά, και πολλές φορές φαίνεται να μετασχηματίζει το ύφος του, για χάρη της ρεμπέτικης αξιοπρέπειας. Τούτο μ' αφορμή μια συγκριτική αντιπαράθεση των πρώτων με τα τελευταία του τραγούδια, όπου τα πρώτα βρίσκονται στη μουσική διερεύνηση και τα τελευταία προσπαθούν να κλείσουν τα ρήγματα του τέλους της τρίτης περιόδου.Δεν μπορεί να δώσει κανείς οριστικές διαφορές και συμπεράσματα. Ο,τι είπαμε, το 'παμε με την επιφύλαξη των αλληλεπιδράσεων στις τρεις εποχές. Τη Σμυρναίικη (1922-1932), την κυρίως ρεμπέτικη (1932-1940) και την κλασσική (1940-1952), όπως τις διακρίνει o Ηλίας Πετρόπουλος.
Η μουσική δεν έχει να κάνει με νομοθετήματα ή με εκ τωνπρότερων αποφάσεις, αλλά αφήνεται ν' ακολουθή την εκάστοτε λαϊκή ψυχοσύνθεση.Τώρα για το στίχο. Πριν μερικούς μήνες ο Θεοδωράκης μίλησε για κακό στίχο στο ρεμπέτικο. Φοβάμαι πώς υπάρχουν δυο διαφορετικές βάσεις εκκινήσεως για συζήτηση και συμπεράσματα. Η μια ξεκινά με την προϋπόθεση να βελτιώσει την υπάρχουσα λαϊκή μελωδία και στίχο, κάνοντας τα περισσότερα άξια να συνεχίσουν το δρόμο που άνοιξε το ρεμπέτικο. Θέλοντας να οδηγήσει το λαό στην αισθητική του άνοδο μέσω ευσυνείδητων ποιητών, προσδιορίζει τις διαφορές και προτείνει λύσεις. Η άλλη αξιολογεί ο,τι έχει να αξιολόγηση από τα ήδη υπάρχοντα και περιορίζεται στη διάγνωση, αφού προϋποτίθεται πώς η ρεμπέτικη μελωδία συνυπάρχει με τις ιδιαίτερες συνθήκες που τη γέννησαν. Νομίζω, πώς ο στίχος στο ρεμπέτικο είναι αυτός που είναι. Καλός ή κακός. Εκείνο που εκτιμά κανείς, είναι πώς γράφτηκε έξω από κανόνες και ρεύματα και δεν προσπαθούσε να προβληματίσει ή να 'χει μια καλλιτεχνική καταδίωξη στην ιστορία του λόγου. Άλλωστε το ίδιο νομίζω πώς συμβαίνει και στη μουσική του, με τη διάφορα πώς ενώ ο στίχος προσφέρεται περισσότερο για κριτική, μια και υπάρχουν χειροπιαστά πράγματα, οι λέξεις με το λογικό τους νόημα, απ' όπου κρίνεται η τέχνη τους ή όχι, στη μουσική το αφηρημένο των ήχων αποσιωπά τα ενδελεχή ψιλοκοσκινίσματα. Αυτά, με την προϋπόθεση πάντα, πώς η ποιότητα μουσικής και λόγου έχει αποδέκτες όχι απόφοιτους ωδείων, αλλά μια ευρύτερη μάζα. Οι ρεμπέτες ποτέ δεν σκέφτηκαν να δικαιωθούν αισθητικά. Κοινωνιολογικά, λογικό επακόλουθο είναι πώς αφού δημιουργοί και στο στίχο και στη μελωδία είναι οι ίδιοι ποιοτικά χαρακτήρες, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία να δεχόμαστε τη μουσική και μάλιστα να την εκτιμάμε, αποκλείοντας το στίχο. Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει πώς ο στίχος στο ρεμπέτικο έχει απαράμιλλες αισθητικές αξίες, ενώ υπάρχουν στη μουσική. Είπαμε παραπάνω, η μουσική είναι σύνολο ήχων και ο στίχος λέξεων. Λογαριάζοντας περισσότερο στη λογική, καταλαβαίνουμε οπωσδήποτε μια διάφορα ποιοτική στα δυο μέρη. Τα πράγματα αλλού χωλαίνουν. Η σχέση σύγχρονης λαϊκής μουσικής με το ρεμπέτικο είναι περισσότερο απομακρυσμένη απ ο,τι η σχέση ρεμπέτικου με Σμυρναίικη δημοτική. Γιατί τουλάχιστον, εκείνο που το διαμόρφωσε, οι εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής του, δεν υπάρχουν πια, κι έπειτα ρεμπέτικο σημαίνει πρώτα ένα τρόπο ζωής και ύστερα ορισμένα τραγούδια. Πανταχόθεν ελλοχεύουν οι κίνδυνοι από την φαινομενικά λογική τούτη συζυγία και τέλος θα 'χουμε ένα τραγούδι που θα προβληματίζει μ' όλο το αισθητικό του απόβαρο, αλλά το πιο σίγουρο απ όλα είναι πώς δεν θ' ακουστεί ποτέ στα μεράκια της εργατικής τάξης και δεν είναι καθόλου λαϊκό παρά μόνο στις συνεντεύξεις των ειδικών. Όλα θα ξεκινήσουν στην αρχή με τις καλύτερες διαθέσεις για να φτάσουν στο σημείο, όπου οι επώνυμοι σύνθετες και στιχουργοί από τη μια μεριά και οι λαϊκές ανάγκες από την άλλη, θ' απομονωθούν έτσι, ώστε οι πρώτοι ν' ανεβαίνουν ποιοτικά σ' ένα πολύ κλειστό κύκλωμα κι οι δεύτερες να κατεβαίνουν όλο και περισσότερο με κατάλληλη εκπόρνευση από αφελείς συνθέτες και πανούργους επιχειρηματίες. Αλλά πάλι, δεν πρέπει να διαμορφώνεται και να παρουσιάζεται το λαϊκό αίσθημα από τις φωνογραφικές εταιρίες ανάλογα με τις στατιστικές των πωλήσεων. Γιατί ως ένα σημείο, η ζήτηση προσδιορίζει την προσφορά, και το κακό βρίσκεται από τη στιγμή που η προσφορά ισχυροποιείται και προσδιορίζει τη ζήτηση. Το ρεμπέτικο είναι πιο κοντά στο δημοτικό όσον αφορά στους κανόνες λειτουργίας για τη δημιουργία του, απ ο,τι η σύγχρονη τεχνική λαϊκή με το ρεμπέτικο. Γιατί η μη μουσική παιδεία των εκτελεστών του, ίσως τους είχε ανώνυμους, αν δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα ενημερώσεως και το πρόσφατο σχετικά παρελθόν.Εκείνο που έχει περισσότερη βαρύτητα είναι ο λαϊκός καθαρά χαρακτήρας μ' όλες του τις συνέπειες, παρά οι ποιοτικές ομοιότητες. Οι νεκραναστάσεις δεν έχουν πέραση στην τέχνη και ο,τι φαίνεται να αντιγράφει μια παλιά εποχή, έχει καινούριους χρωστήρες και μια εσωτερική εξελικτική πορεία προς τα εμπρός.
Αξιολογώντας το στίχο, τα τελικά συμπεράσματα δεν τον αποκλείουν εντελώς. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία από την κρητική ποίηση, και πιθανώς συμπτωματική χρησιμοποίηση ποιοτικών σχημάτων και ιδεών. Ιδιαίτερα στα ερωτικά τραγούδια η γνησιότητα προσδιορίζει τα ευγενικά αισθήματα των λαϊκών στιχουργών. Αλλά και τούτος δεν στάθηκε άμοιρος σ' όλη του τη πορεία. Παρουσιάζεται διαφορετικός σε σχέση με τις τρεις εποχές. Ο στίχος των σκληρών ρεμπέτικων που ξεκινούν από το 1920 ακόμα, έχει αρκετή αφαίρεση και μικρές εικόνες. Π.χ. (από τραγούδι αγνώστου συνθέτη, πιθανώς του 1935):
Γύρω γύρω τα ντερβίσια
και στη μέση τα χασίσια
Μπάρμπα Γιάννη, Μπάρμπα Πέτρο
δεν θα παντρευτούμε και φέτο
Μπαρμπα Γιάννη σαν πεθάνεις
το λουλά τι θα τον κάνεις.
ή στο «Από κάτω απ τις ντομάτες» με τον Γιάννη Ιωαννίδη και με μπουζούκι του Καραπιπέρη σε δίσκο γραμμοφωνημένο πιθανώς το 1925:
Από κάτω απ τις ντομάτες
φίλησα δυο μαυρομάτες
Από κάτω από τ' αμπέλι
φίλησα μια παντρεμένη
Μια ελιά και μια ντομάτα
είναι φέτο η σαλάτα
Στο μαντήλι σου τρεις κλώνοι
και θαρρώ πως με μαλώνει.
Τούτες οι μικρές εικόνες Υπάρχουν περισσότερο στα τραγούδια της φυλακής και στα χασικλίδικα. Η φωνή πειθαρχεί με μικρούς κοφτούς ήχους στο όργανο.Χρόνο με το χρόνο η κουβέντα ημερώνει κι έτσι στη δεύτερηπερίοδο υπάρχει συνεχής εξέλιξη στην ιστορία, νοηματική πληρότητα και σχεδόν δράση.
Σε σχέση με τις παραλλαγές πάνω στο ίδιο τραγούδι, σ' όλη την ύπαρξη του ρεμπέτικου, υπάρχουν σχεδόν οι ίδιοι κανόνες και νόμοι που λειτουργούν και στο δημοτικό άσμα. Βρίσκουμε στροφές περίπου όμοιες σε δυο και τρία τραγούδια διάφορων σύνθετων σε διάφορη ή και ίδια χρονική περίοδο. Αυτές οι παραλλαγές, όπως και στο δημοτικό, συναντιόνται τακτικότερα στα τραγούδια του Χάρου.Για παράδειγμα:
Τον Χάρο τον αντάμωσαν πεντ έξι χασικλήδες
Να τον ρωτήσουν πως περνούν στον Άδη οι μερακλήδες
(αδέσποτο) Δυο τρεις μπεκρήδες βρήκανε το Χάρο σ ένα δρόμο
και τον ρωτούσαν πως περνούν στον άλλονε τον κόσμο
(σύνθεση του Τούντα πριν το 1930)
Η μουσική δεν αποκλείεται ν' αλλάζει ριζικά, αφού ο συνθέτης της διασκευής κατά πάσα πιθανότητα γνωρίζει τον προηγούμενο κι αγνοεί τον στιχουργό του οποίου και τα δικαιώματα ελαστικότερα κατοχυρώνονται από τα δικαιώματα του σύνθετη. Παραλλαγές υπάρχουν ακόμα και στα χασικλίδικα και στα σκωπτικά, όπου δηλαδή το θέμα δεν θίγει τίποτα σοβαρότερο κι απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά στα τραγούδια μ' ερωτικό περιεχόμενο και συγκεκριμένα σ' αυτά που αναφέρονται στο χωρισμό. Υπάρχει μια σειρά τραγουδιών (τα περισσότερα αδέσποτα) που τραγουδιόνταν πάνω στο ίδιο μουσικό μοτίβο, αρκετά παλιό και χωρίς συγκεκριμένο συνθέτη. Σ' αυτά, χρησιμοποιούσαν τη μελωδία από το «Τούτοι οι μπάτσοι που 'ρθαν τώρα» (αδέσποτο) και είναι το «Κάτω απ τα ραδίκια» (υπάρχει όμως και σε διαφορετική μελωδία) ένα ζεϊμπέκικο της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας, οι διάφορες παραλλαγές της αρχικής μελωδίας των Μπάτσων, το «Άναψε το» (αδέσποτο) που πρόσφατα παρουσίασε ο Μουφλουζέλης, «Ο λουλάς και το καλάμι» (επίσης αδέσποτο) σε παρουσίαση πάλι του Μουφλουζέλη και οι εκάστοτε αυτοσχεδιασμοί, όταν δεν υπήρχε και πολύ κέφι να σταματήσει το τραγούδι. Στα πρώτα βήματα του ρεμπέτικου συνήθως δεν υπάρχουν δυσκολίες στην αγάπη. Ο στίχος περιορίζεται στις ομορφιές και στις νυχτερινές συναντήσεις, σπανιότερα δε αναφέρεται στο ανεκπλήρωτο ερωτικό πάθος. Αργότερα ο έρωτας τις περισσότερες φορές θα σηκώνει κι όλες τις κοινωνικές αδικίες. Σ ένα τραγούδι του 1943 o ρεμπέτης κατορθώνει να βρει την απώτερη ερωτική ουσία ζητώντας την ποιοτική του πληρότητα στην άρνηση της αγαπημένης: και μη μου δώσεις πρόσεξε
ο,τι κι αν σου γυρεύω
κλείσε την πόρτα σου καλά
κι εγώ ας ζητιανεύω.
Στη «Συνοικία», ένα τραγούδι του Τσιτσανη γραμμένο το 59, o συνθέτης κοινωνιολογεί. Στα εντελώς ιδιόρρυθμα σχετικά με το στίχο τραγούδια του ο Μουφλουζέλης το ίδιο. Τούτος ο δεύτερος αγνοεί σχεδόν εντελώς τον ερωτά ή την κοινωνική αδικία κι ενδιαφέρεται για τις καθημερινές λεπτομέρειες και σκηνές του δρόμου.
Αν μαζί με τις ιδιαίτερες συνθήκες, έχουμε υπ' όψη μας και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ρεμπέτικου, τότε ο αμανές φαίνεται περισσότερο ψυχοπαίδι του, παρά αισθητική απόκλιση. Ο ελληνικός αμανές έχει κάτι από το Βυζάντιο. Συνήθως στον αμανέ υπάρχει μια στροφή (αργότερα δυο) που επιμηκύνεται μ' αναστεναγμούς, γυρίσματα και παλμικές κινήσεις πάνω σε μια νότα, που έπειτα επαναλαμβάνονται από βιολί ή κανονάκι και που φαίνεται σαν να επιβεβαιώνει την καλή εκτέλεση ή να παρηγορεί τον εκτελεστή.
Ο Ασίκης, περιεκτικότερος στους αμανέδες του, προσπαθεί να παρουσίαση περισσότερο δράση. Οι αμανέδες είχαν απλή σύνθεση οργάνων. Συνήθως σαντούρι, κλαρίνο και βιολί. Τις περισσότερες φορές στη μέση έχουν ταξίμι με σαντούρι ή κλαρίνο και πιθανώς χαιρετισμούς. Στην κυρίως ρεμπέτικη περίοδο σπανίζουν οι χαιρετισμοί. Στους χαιρετισμούς συνήθως ο εκτελεστής από σεμνότητα δεν απαντά ή εάν απαντήσει, το κάνει μετά την πρώτη στροφή.
Πέρα από τις ειδικές συνθήκες και τους διαπλαστικούς παράγοντες που αποτελούν έξωθεν επιδράσεις, σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση του ρεμπέτικου έπαιξε κι ο χαρακτήρας των ανθρώπων που το δούλευαν. Ίσως να μην ύπαρχει κι εδώ στεγανότητα, γιατί o χαρακτήρας έχει άμεση σχέση με τους διαπλαστικούς παράγοντες, μάλιστα σε σημείο ταύτισης, κι έμμεση με τις ειδικές συνθήκες, όπου αυτές χτίζουν μάντρες γύρω μας κι η αδράνεια διαφαίνεται σαν η ηθική των απατημένων.Το ρεμπέτικο χωρίς δράση μηρυκάζει ένα μόνιμο παράπονο για τις αδικίες στη ζωή και στον έρωτα, έχοντας σαν αξίες όχι την ανδραγαθία, αλλά την αποκλήρωση από την κρατούσα τάξη, όχι την ψυχική δύναμη, αλλά τις πληγές και τις αδυναμίες του ερωτευμένου, όχι το κλέος, αλλά την προδοσία. Είναι τα τραγούδια των προδομένων και του σκληρού χωρισμού που συνήθως οφείλεται σε ύπαρξη τρυφερώς αγαπηθείσα κι αιτιολογείται από την αναγκαιότητα του ρεμπέτη να υπάρχει σαν τραγικός ήρωας σε κάθε χωρισμό.
Μιλήσαμε πιο πάνω για την απώτερη ερωτική ουσία. Στα ρεμπέτικα τραγούδια ο Πετροπουλος τόνισε πώς στον άντρα σημασία έχει το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η γυναίκα δεν υπάρχει σαν ολοκληρωμένη ύπαρξη, όταν βέβαια δεν τραγουδά.
Γίνεται αερικό, βωμός κι επιτακτική ανάγκη για ουσία. Δεν θ' ακούσει ποτέ παράπονα και πίκρες από έναν άντρα. Υπάρχουν οι φίλοι γι αυτό. Είναι και πρέπει να είναι αμέτοχη στην εσώτερη κοσμογονία του ρεμπέτη. Η ποιότητα του ερωτά του δεν επιδέχεται υλοποίηση στο εκάστοτε πρόσωπο της αγαπημένης.
Άλλοτε πάλι η γυναίκα αποτελεί μόνιμη δικαιολογία για τον κατήφορο, κι ο ρεμπέτης ευάλωτος στο παράπονο, όντας εκτός τόπου και χρόνου, οδεύει τον δρόμο της απώλειας, επειδή βρίσκει πώς μετά τον χωρισμό δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Έχοντας σαν αξίωμα αυταπόδεικτο τη συμπαράσταση των φίλων, η συνήθως υπαίτια του σκληρού χωρισμού, γίνεται μοίρα και μαχαίρι να συνοδεύει την απόλυτη μοναξιά του εγκαταλειμμένου.
Αντίθετα η γυναίκα στα τραγούδια της θέλει έναν άντρα μαζί της λεβέντη, δουλευτάρη, ταχτικό θαμώνα της ταβέρνας και σκληρό μαζί της, προθυμοποιούμενη, σχεδόν ηδονικά, να του συγχωρεί τις απιστίες. Όσες φορές είναι αυτή που πληγώνεται, μιλά σκληρά.
Όταν ο χωρισμός οφείλεται σε γεγονότα έξω από τη θέληση των ερωτευμένων, τότε φταίχτης θα 'ναι οπωσδήποτε η κοινωνία. O στίχος συνήθως δεν περιορίζεται στην άπονη συμπεριφορά του αστικού καθεστώτος, αλλά συμπληρώνεται με την παθητική στάση του ρεμπέτη.
Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για συγκεκριμένα πρόσωπα. O Antonio Barca Heredia μεταγλωττισμένος σε Αντώνη Βαρκάρη Σερέτη πεθαίνει στην αγκαλιά της Καρμεν. Η Σοραγια εμπνέει το λαϊκό βάρδο με την άπονη αποπομπή. Η κακούργα πεθερά κινεί δόλια τα δίχτυα για το στυγερό φόνο του Αθανασόπουλου. Η Μαρία Μανταλενα το 1937 γίνεται Μαριγουλα Μανταλενα σε σύνθεση του Περιστερη και τραγουδιέται από τον Βαμβακάρη. Ο ρεμπέτης, αρκετά αλαφροΐσκιωτος, έχει δικά του μάτια και μυθολογία.
Πέρα, τώρα, από κάθε ανάλυση ή ιστορία, ας δούμε εάν υπάρχει καμιά σχέση και ποια με το σύγχρονο λαϊκό άσμα, μια και χωρίς καθόλου βάσανο αρκετοί μπερδεύοντας μέσα τους πολλά πράγματα, θεωρούν σα φυσικό διάδοχο του πρώτου, το δεύτερο. Οι ίδιοι δημιουργοί του, σεβάσμια απομονώνοντας εκείνη την εποχή, τη θεωρούν οριστικά απολεσθείσα, ηρωοποιώντας έτσι τα παρωχημένα ωραία γεγονότα που τη συνέθεσαν. Παράλληλα όσοι ζουν, εξακολουθούν να κάνουν τραγούδια.Υπάρχει μια αντίφαση που ίσως να οφείλεται στο δικαίωμα αποκλειστικότητας που αισθάνονται πώς έχουν, ίσως στο πώς δε έχουν ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα. Γιατί λέγοντας ρεμπέτικα τραγούδια εννοούνται σαν τέτοια αυτά που υπήρχαν δεμένα άρρηκτα με μια ορισμένη εποχή, κι ότι αυτά που σήμερα περνάμε για διάδοχους, έχουν την δικιά τους εποχή και το δικό τους τρόπο έκφρασης μέσα στα δεδομένα τους. Κάνοντας, λοιπόν, oι παλιοί συνθέτες τραγούδι, ξέρουν πολύ καλά πώς δεν κάνουν ρεμπέτικο, αλλά λαϊκό που ανταποκρίνεται και εκπληρώνει σημερινές ανάγκες.Έτσι δικαιολογείται ο λόγος που ακόμα αγωνίζονται έντιμα. Στη σύγκριση όμως που γίνεται ενδιαφέρουν αυτοί που πέρασαν το λαϊκό για τη κότα με το χρυσό αυγό και παράγουν κάτω από την ανοργάνωτη ανέχεια του κοινού.
Και τώρα το πρόβλημα: Υπάρχοντα όργανα στο ρεμπέτικο όταν αυτό μεσουρανούσε, ήταν δυο ή τρία μπουζούκια, ένα μπαγλαμαδάκι, όχι πάντα απαραίτητο (ανεπανάληπτο όμως όταν του δινόταν οι ευκαιρίες ν' ακουστεί), ένα κανονάκι, λίγο αργότερα μια κιθάρα και παλιότερα ένα βιολί που χρόνο με το χρόνο παραχωρούσε τη θέση του στο ακορντεόν. Η απλή τούτη σύνθεση είχε το πλεονέκτημα να μπορεί να μιλά πληρέστερα, ολοκληρώνοντας τα νοήματα της.
Σήμερα διατηρείται μια σύνθεση που, αν λέμε πώς έχει ομοιότητα, τούτο οφείλεται στο πώς υπάρχει ΚΑΙ μπουζούκι. Το ακορντεόν αφού αρκετά διέφθειρε παραχωρεί τη θέση του στο ηλεκτρικό όργανο. Στα μπουζούκια έχουν μπήξει εδώ και χρόνια μια πρίζα, αφού πια τώρα δεν περιορίζονται σε μικρό χώρο, έχοντας έτσι και την ευχέρεια να αποκρύψουν μικροσφάλματα δεξιοτεχνίας. Εγκαθίσταται ολόκληρο σύστημα κρουστών αφαιρώντας όλη τη σεμνότητα των παλιών χρόνων.Έπειτα ο χορός. Οι υπάρχοντες χοροί στο ρεμπέτικο, όσο αφορά τουλάxιστό στη μετρική σύνθεση της μελωδίας, παραμένουν οι ίδιοι. Η καθ' αυτό όμως χορευτική κίνηση κατ' επανάληψη εβιάσθη. Τα καλοθρεμμένα λαϊκοφανή παλικαράκια κατάντησαν την πίστα τσιφλίκι τους και πασαρέλα αλλά οι γνήσιοι ρεμπέτες χορεύουν σεμνά μ' όλη τους την ψυχική περηφάνια, κι ως ένα σημείο απόκτα ουσιαστική σημασία ο λόγος του Τσιτσάνη, όταν έλεγε πώς ο χορός ηρωοποιεί το τραγούδι.Όσο για το στίχο, παλιότερα υπήρχε μια ιδιόρρυθμη οικονομία, σωστός λυρισμός κι αιτιολογίες για τις πράξεις τους τις βασικά ανυπόστατες. Σήμερα ο λαϊκός ήρωας γίνεται στα τραγούδια του προκλητικός, μιλά για κυρίες και υπερασπίζεται συνεχώς τις πράξεις του.
Άλλες διαφορές είναι αυτές που υπάρχουν στη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Τώρα έχουμε μια ανελέητη μηχανή όπου η εταιρεία βάσει στατιστικών προσφέρει αποκοιμίζοντας τα αρεστά αιτούμενα έξω από κάθε εσώτερη ανάγκη του κοινού. Από τη στιγμή που το ρεμπέτικο νομιμοποιείται αλλάζοντας όνομα, αρχίζει να παίρνει τα ελαττώματα που έμμεσα ή άμεσα δίνουν συμφεροντολογικά καλόψυχοι πατριοί. Οι φιλικοί χαιρετισμοί στην αρχή του τραγουδιού μεταξύ των εκτελεστών έγιναν διάλογος πατέρα και γιου σπαραξικάρδιος σχετικός με τη Γερμανία και φιλονικία εραστών όπου ο ένας μετανιώνει συνήθως έξω από την κλειστή πόρτα. Το είδος του πατριδολαϊκου με την κατοπινή πληθώρα κατέληξε στο πώς δεν υπάρχει κανείς ουσιαστικός λόγος να ξαναπάρουμε την Πόλη.
Συνοπτικά λοιπόν διαπιστώνονται μερικές ομοιότητες που πριν λίγο καιρό ο Τσιτσάνης προσδιόρισε λέγοντας πώς η διαφορά των λαϊκών συνθέτων με τους έντεχνους, είναι εκείνη που υπάρχει στους αυτόπτες μάρτυρες ενός εγκλήματος, με άλλους που ακούσανε για το έγκλημα.
Η ουσιαστικότερη διαφορά βρίσκεται στο ότι σήμερα δεν υπάρχουν οι τότε ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας του. Τα χρόνια 1920-1950 ήταν, όσον αφορά στο κοινωνιολογικό περιεχόμενο του χαρακτήρα στον Έλληνα, σημαντικά. Οι πρώτες ενσυνείδητες επαφές με την βιομηχανία, ο αποχαιρετισμός του παλιού τρόπου ζωής, η ερήμωση που έφεραν οι πόλεμοι, όλα τούτα σημαίνουν λίγο πολύ την άμυνα μιας γενιάς απέναντι στις δύσκολες συνθήκες ενός κόσμου που αισθάνεται κι αρχίζει να συνειδητοποιεί την ταχύτητα. Τα εθνικά αισθήματα στερούμενα υποβάθρου παραχώρησαν τη θέση τους στις αστικές μίζερες ανάγκες κι έγιναν και τούτες με τη σειρά τους αστικά αισθήματα. Μεγαλώνοντας οι πόλεις αφαιρούν από τον ουρανό κι απογυμνώνουν τα όνειρα. Σήμερα οι ιδιαίτερες αυτές συνθήκες δεν υπάρχουν. Συνεχίζεται όμως αυτού του είδους η μελωδία ονομασμένη ελαφρολαϊκή ή αρχοντολαϊκή. Εφόσον οι συνθήκες εκείνης της εποχής δημιούργησαν το ρεμπέτικο, έτσι και oι σημερινές ανάγκες, συνένοχες αρκετά με την χύδην παραγωγή στο λαϊκό πεντάγραμμο, γέννησαν τον σημερινό μουσικό τρόπο έκφρασης που υποτίθεται πώς ανήκει στη λαϊκή μας ψυχή.
Ο Χιώτης γυρνώντας από την Αμερική διασκευάζει την κιθάρα και το μπουζούκι προσαρμόζοντας τα στα τραγούδια του που έχουν ένα δικό τους καθαρά ύφος. Έπειτα περνά στο μπουζούκι ηλεκτρισμό επιταχύνοντας την οριστική απώλεια. Αλλά αν θέλει νάνε κανείς δίκαιος απέναντι σ αυτές τις μεταρρυθμίσεις, δεν πρέπει να καταδικάζει την πράξη της λάθρα αυτής εισαγωγής χωρίς να λάβει υπ όψη του τις συνθήκες που σαν αποτέλεσμα είχαν αυτές τις καινοτομίες. Η ένταξη του ηλεκτρισμού ήταν μοιραίο επακόλουθο του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Ακολουθούν ανεύθυνα εντελώς χρόνια για το ρεμπέτικο τραγούδι κι από το 1955 τα τελειωτικά χτυπήματα τα δίνει η περίοδος των κλοπών όπως την ονόμασε ο Τσιτσανης, όπου συνθέτες χωρίς καμία ευθύνη παράγουν χοντρικά.Το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι αρχίζει σιγά-σιγά να θάβεται και στα χρόνια που ακολουθούν ελάχιστοι το θυμούνται. Η προσπάθεια του Χατζηδάκη με μια διάλεξη το '48 όπως κι οι άλλες κατά καιρούς από ανθρώπους που δεν τους ήταν μπορετό να ησυχάσουν, δυστυχώς περιορίστηκαν σ' ελάχιστο κύκλο ανθρώπων. Η επιστροφή έμελλε να γίνει όχι με το να οδηγηθούν από άλλους σ' αυτό, αλλά να φτάσουν εκεί οι ίδιοι χορτασμένοι από κακοφορμισμένα τραγούδια.
Τριάντα χρόνια μετά τη κλασσική περίοδο, ακούγονται πάλι τα τραγούδια που έκαναν μια εποχή, κι οι επιζήσαντες ξαναπιάνουν το μπουζούκι για να τραγουδήσουν τα παλιά τους κομμάτια. Έτσι τουλάχιστον δίνουμε κάτι που αρνηθήκαμε χρόνια ολόκληρα, γιατί η ηθική και ο καθωσπρεπισμός εκείνων των καιρών αναπαυμένα σ' ανώδυνα άσματα αρνιότανε τις μουσικές μας πηγές. Αλλά πέρα απ' αυτά όλα, το ρεμπέτικο αποτελεί ένα μουσικό κύκλωμα αφ εαυτού προοριζόμενο να κλίσει μετά τον κορεσμό, αφού αναφέρεται στο παρελθόν. Τώρα δεν απομένει παρά μια σωστότερη παιδεία για την εξακρίβωση της ποιότητας, αφού σ' οποιοδήποτε μουσικό ρεύμα υπάρχουν μαζί και καλή και κακή μουσική.